Sunday, December 05, 2010

Σιρόπι από βότανα για το βήχα

Το σιρόπι είναι ιδανικό γιατρικό για το βήχα γιατί το μέλι είναι ιδιαίτερα μαλακτικό. Η επιπρόσθετη γλυκύτητα καλύπτει και την πιο δυσάρεστη γεύση βοτάνων. Τα σιρόπια μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για να αρωματίσουν τα γιατρικά για παιδιά.

Υλικά:
-500ml έγχυμα ή αφέψημα*
-500γρ. μέλι
-κατσαρόλα
-ξύλινο κουτάλι
-μπουκάλι από σκούρο γυαλί (κατά προτίμηση) με βούλωμα από φελό. Ο φελός είναι σημαντικός, επειδή συχνά γίνονται ζυμώσεις στα σιρόπια και οι μπουκάλες με βιδωτό πώμα μπορεί να εκραγούν.
-χωνί

Παρασκευή:
-Θερμάνετε 500ml εγχύματος ή αφεψήματος σε μια κατσαρόλα. Προσθέστε 500γρ. μέλι ανακατεύοντας συνεχώς μέχρι να διαλυθούν.
-Αφήστε το μίγμα να κρυώσει και βάλτε το σε ένα μπουκάλι από σκούρο γυαλί. Σφραγίστε με φελό.

Μερικά βότανα για το βήχα που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε:
-φασκόμηλο, δεντρολίβανο, θυμάρι, κανέλα.

[*Για να φτιάξετε έγχυμα ή αφέψημα:
-Χρησιμοποιήστε το έγχυμα για τα άνθη και τα φυλλώδη τμήματα των φυτών.
Πρότυπες ποσότητες για το έγχυμα: 30γρ. αποξηραμένο βότανο ή 75γρ. νωπό βότανο σε 500ml νερό.
Παρασκευή: Βάζουμε το βότανο στο νερό πριν βράσει και το αφήνουμε σκεπασμένο μ΄ ένα καπάκι για 5-10 λεπτά. Επειδή το βραστό νερό διασκορπίζει τα πολύτιμα πτητικά έλαια των βοτάνων στον ατμό μην τα αφήνετε να βράσουν.

-Χρησιμοποιήστε το αφέψημα για ρίζες, φλοιούς και τα κλαδάκια των φυτών. Αυτά τα μέρη είναι απαραίτητο να σιγοβραστούν ώστε να εξαχθούν. Το σκληρό βότανο πρέπει να κοπεί σε μικρότερα κομμάτια.
Πρότυπες ποσότητες για το αφέψημα: 30γρ. αποξηραμένο βότανο ή 60γρ. νωπό βότανο σε 750ml νερό, που με τη θέρμανση γίνονται 500ml.
Παρασκευή: Προκειμένου να μην χαθούν τα πτητικά συστατικά, τοποθετούμε ενα καπάκι πάνω στο μπρίκι. Αφήνουμε να σιγοβράσει για μια ώρα περίπου, μέχρι ο όγκος του να μειωθεί κατά το ένα τρίτο. Αφού καταπέσουν και διαχωρισθεί το στερεό από το υγρό, είναι έτοιμο.]

Monday, October 04, 2010

Η επανάσταση της ελπίδας (Μέρος ΙΙ)

Η επανάσταση της ελπίδας (Μέρος Ι)

ΠΙΣΤΗ

Όταν η ελπίδα χαθεί, η ζωή τελειώνει, πραγματικά ή δυνητικά. Η ελπίδα είναι ουσιαστικό στοιχείο της δομής της ζωής, της δυναμικής του πνεύματος του ανθρώπου. Συνδέεται στενά μ' ένα άλλο στοιχείο της δομής της ζωής: την πίστη. Η πίστη δεν είναι μια ασθενική μορφή πεποίθησης ή γνώσης. Δεν είναι μια πίστη σ' αυτό ή εκείνο. Πίστη είναι η πεποίθηση γι' αυτό που δεν έχει ακόμα αποδειχτεί, η γνώση της πραγματικής δυνατότητας, η επίγνωση της κυοφορίας. Η πίστη είναι λογική όταν αναφέρεται στη γνώση του πραγματικού που δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Βασίζεται στην ικανότητα της γνώσης και της κατανόησης, που εισχωρεί βαθιά μέσα από την επιφάνεια και φτάνει ως τον πυρήνα. Η πίστη, όπως κι η ελπίδα, δεν είναι πρόγνωση του μέλλοντος. Είναι η ενόραση του παρόντος σε κατάσταση κυοφορίας.

Η δήλωση ότι η πίστη είναι βεβαιότητα χρειάζεται διευκρίνιση. Είναι βεβαιότητα για την πραγματικότητα της δυνατότητας - αλλά δεν είναι βεβαιότητα με την έννοια της αναμφισβήτητης προγνωστικότητας. Το παιδί μπορεί να γεννηθεί πρόωρα νεκρό. Μπορεί να πεθάνει στη γέννα. Μπορεί να πεθάνει στις πρώτες δύο εβδομάδες της ζωής του. Αυτό είναι το παράδοξο της πίστης: είναι η βεβαιότητα του αβέβαιου. Είναι βεβαιότητα από την άποψη της ενόρασης και της κατανόησης του ανθρώπου. Δεν είναι βεβαιότητα από την άποψη του τελικού αποτελέσματος της πραγματικότητας. Δε χρειαζόμαστε πίστη γι' αυτό που είναι επιστημονικά προβλεπτό, ούτε μπορεί να υπάρχει πίστη σ' αυτό που είναι αδύνατο. Η πίστη βασίζεται στην εμπειρία της ζωής, στη μεταμόρφωση του εαυτού μας. Η πίστη πως οι άλλοι μπορούν να αλλάξουν είναι αποτέλεσμα της εμπειρίας πως εγώ μπορώ να αλλάξω.

Υπάρχει μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στην ορθολογική και την παράλογη πίστη. Η ορθολογική πίστη είναι αποτέλεσμα της εσωτερικής δραστηριότητα του ατόμου στον τομέα της σκέψης ή του συναισθήματος, ενώ η παράλογη πίστη είναι υποταγή σε κάτι δοσμένο, που το αποδεχόμαστε σαν αληθινό, ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι. Το ουσιαστικό στοιχείο κάθε παράλογης πίστης είναι ο παθητικός της χαρακτήρας, είτε το αντικείμενό της είναι είδωλο, είτε είναι ηγέτης, είτε ιδεολογία. Ακόμα και ο επιστήμονας χρειάζεται να απελευθερωθεί από την παράλογη πίστη στις πατροπαράδοτες ιδέες για να έχει ορθολογική πίστη στη δύναμη της δημιουργικής σκέψης τους. Όταν η ανακάλυψή του "αποδειχτεί", δε χρειάζεται πια πίστη, παρά μόνο στο επόμενο βήμα της ενατένισής του. Στη σφαίρα των ανθρώπινων σχέσεων, "έχω πίστη" σ' ένα άλλο πρόσωπο σημαίνει πως είμαι βέβαιος για τον πυρήνα του - δηλαδή για την αξιοπιστία και το αμετάβλητο των βασικών στάσεών του. Με την ίδια έννοια μπορούμε να έχουμε πίστη στον εαυτό μας - όχι στη σταθερότητα της γνώμης μας, αλλά στο βασικό προσανατολισμό μας στη ζωή, στο καλούπι της δομής του χαρακτήρα μας. Μια τέτοια πίστη διαμορφώνεται από την εμπειρία του εγώ, από την ικανότητά μας να λέμε "εγώ" εύλογα, με την αίσθηση της ταυτότητας.

Ελπίδα είναι η διάθεση που συνοδεύει την πίστη. Η πίστη δε θα μπορούσε να ευσταθήσει χωρίς τη διάθεση της ελπίδας. Η ελπίδα δεν μπορεί να έχει άλλη βάση εκτός από την πίστη.

TO ΣΘΕΝΟΣ

Υπάρχει ένα ακόμα στοιχείο που συνδέεται με την ελπίδα και την πίστη στη δομή της ζωής: το θάρρος ή σθένος (ψυχική δύναμη), όπως το έλεγε ο Σπινόζα. Το σθένος είναι ίσως η λιγότερο διφορούμενη έκφραση, γιατί το θάρρος χρησιμοποιείται σήμερα για να δηλώσει περισσότερο το θάρρος για να πεθάνει κανείς παρά το θάρρος για να ζήσει. Το σθένος είναι η ικανότητα αντίστασης στον πειρασμό να διακινδυνέψει κανείς την ελπίδα και την πίστη - κι έτσι να τα καταστρέψει - μετατρέποντάς τα σε κούφια αισιοδοξία ή σε παράλογη πίστη. Το σθένος είναι η ικανότητα να πούμε "όχι" όταν όλος ο κόσμος θέλει ν' ακούσει "ναι".

Αλλά το σθένος δεν μπορεί να γίνει απόλυτα αντιληπτό, αν δεν αναφέρουμε μια άλλη άποψή του: την τόλμη. Το τολμηρό πρόσωπο δε φοβάται απειλές, ούτε κι αυτό το θάνατο. Συχνά όμως, η λέξη "τολμηρός" καλύπτει διάφορες, ολότελα διαφορετικές στάσεις. Αναφέρω μονάχα τις τρεις πιο σημαντικές: Πρώτο, ένα άτομο μπορεί να είναι τολμηρό επειδή δε νοιάζεται αν θα ζήσει ή όχι. Η ζωή δεν αξίζει και πολλά πράγματα γι' αυτό κι έτσι δείχνεται τολμηρό όταν βρεθεί μπροστά στον κίνδυνο να πεθάνει. Ενώ όμως δε φοβάται το θάνατο, μπορεί να φοβάται τη ζωή. Η τόλμη του βασίζεται στην έλλειψη αγάπης για τη ζωή. Συνήθως δεν είναι καθόλου τολμηρό όταν δε βρίσκεται σε κατάσταση που διακινδυνεύει τη ζωή του. Στην πραγματικότητα αναζητάει συχνά επικίνδυνες καταστάσεις για ν' αποφύγει το φόβο του για τη ζωή, για τον εαυτό του και για τους ανθρώπους.

Ένα δεύτερο είδος τόλμης είναι η τόλμη του ατόμου που ζει σε συμβιοτική υποταγή με ένα είδωλο, είτε αυτό είναι πρόσωπο, είτε θεσμός, είτε ιδέα. Οι εντολές του ειδώλου είναι ιερές. Είναι πολύ πιο υποχρεωτικές από τις εντολές επιβίωσης του σώματός του. Αν μπορούσε να παρακούσει ή να αμφισβητήσει αυτές τις εντολές του ειδώλου, θ' αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να χάσει την ταύτισή του με το είδωλο. Αυτό σημαίνει ότι θα αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να βρεθεί ολοκληρωτικά απομονωμένο κι έτσι στα πρόθυρα της τρέλας. Επιθυμεί να πεθάνει επειδή φοβάται να εκθέσει τον εαυτό του σ' αυτό τον κίνδυνο.

Το τρίτο είδος τόλμης το βρίσκουμε στο ολόπλευρα αναπτυγμένο άτομο, που μένει στον ίδιο τον εαυτό του κι αγαπάει τη ζωή. Το άτομο που έχει ξεπεράσει την απληστία δεν προσκολλιέται σε κανένα είδωλο ή σε κανένα πράγμα κι έτσι δεν έχει τίποτα να χάσει: είναι πλούσιο επειδή είναι κενό, είναι ισχυρό επειδή δεν είναι σκλάβος των επιθυμιών του. Μπορεί να παραμερίσει τα είδωλα, τις παράλογες επιθυμίες και τις φαντασιώσεις, γιατί βρίσκεται σε πλήρη επαφή με την πραγματικότητα μέσα κι έξω από τον εαυτό του. Αν ένα τέτοιο άτομο έχει φτάσει στην πλήρη "διαφώτιση", είναι πέρα για πέρα τολμηρό. Αν έχει κινηθεί προς το σκοπό του χωρίς να έχει φτάσει, η τόλμη του δε θα είναι ολοκληρωμένη. Όποιος όμως προσπαθεί να φτάσει σε κατάσταση που να είναι ολοκληρωμένος ο εαυτός του, ξέρει πως κάθε φορά που κάνει ένα καινούργιο βήμα προς την τόλμη, ξυπνάει μέσα του μια αλάθητη αίσθηση δύναμης και χαράς. Νιώθει σα να έχει αρχίσει μια νέα φάση της ζωής. Μπορεί να νιώσει την αλήθεια των γραμμών του Γκαίτε: "Έβαλα το σπίτι μου στο τίποτα, να γιατί ολόκληρος ο κόσμος είναι δικός μου".

Η ελπίδα κι η πίστη, όντας ουσιαστικές ιδιότητες της ζωής, κινούνται από την ίδια τους τη φύση προς τη διεύθυνση του ξεπεράσματος του status quo, ατομικά και κοινωνικά. Μια από τις ιδιότητες κάθε ζωής είναι το ότι βρίσκεται σ' ένα αδιάκοπο προτσές αλλαγής και ποτέ δε μένει η ίδια σε μια δοσμένη στιγμή. Η ζωή που λιμνάζει τείνει προς το θάνατο. Αν η στασιμότητα είναι ολοκληρωτική, επέρχεται θάνατος. Το συμπέρασμα είναι ότι η ζωή στην κινητική ιδιότητά της τείνει να διασπάσει κι όχι να ξεπεράσει το status quo. Γινόμαστε πιο ισχυροί ή πιο αδύνατοι, πιο σοφοί ή πιο ανόητοι, πιο θαρραλέοι ή πιο δειλοί. Κάθε δευτερόλεπτο είναι μια στιγμή απόφασης για το καλύτερο ή για το χειρότερο. Τρέφουμε την οκνηρία μας, την απληστία μας, ή τη μισούμε ή την αφήνουμε να πεθάνει της πείνας. Όσο πιο πολύ την τρέφουμε τόσο πιο ισχυρή γίνεται. Όσο λιγότερο την ταϊζουμε τόσο πιο αδύνατη γίνεται.

Ό,τι ισχύει για το άτομο ισχύει και για μια κοινωνία. Ποτέ δεν είναι στατική. Αν δεν αναπτύσσεται, παρακμάζει. Αν δεν ξεπερνάει το status quo για το καλύτερο, αλλάζει προς το χειρότερο. Συχνά εμείς, το άτομο ή οι άνθρωποι που αποτελούμε μια κοινωνία, έχουμε την ψευδαίσθηση πως μπορούμε να παραμείνουμε ακίνητοι και να μην αλλάξουμε τη δοσμένη κατάσταση προς τη μία ή την άλλη διεύθυνση. Πρόκειται για μια από τις πιο επικίνδυνες ψευδαισθήσεις. Από τη στιγμή που παραμένουμε ακίνητοι, αρχίζουμε να παρακμάζουμε.

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Αυτή η έννοια ατομικής και κοινωνικής μεταμόρφωσης μας επιτρέπει και ακόμα μας υποχρεώνει να επαναπροσδιορίσουμε τη σημασία της ανάστασης, χωρίς να αναφερόμαστε καθόλου στις θεολογικές σημασίες της στον Χριστιανισμό. Ανάσταση με το νέο της νόημα - για την οποία το χριστιανικό νόημα μπορεί να είναι μια από τις πιθανές συμβολικές εκφράσεις της - δεν είναι η δημιουργία μιας άλλης πραγματικότητας πέρα από την πραγματικότητα αυτής της ζωής, αλλά η μεταμόρφωση αυτής της πραγματικότητας προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης ζωντάνιας. Ο άνθρωπος και η κοινωνία ανασταίνονται κάθε στιγμή στην πράξη της ελπίδας και της πίστης στο εδώ και στο παρόν. Κάθε πράξη αγάπης, επίγνωσης, συμπάθειας, είναι ανάσταση. Κάθε πράξη οκνηρίας, απληστίας, ιδιοτέλειας, είναι θάνατος. Κάθε στιγμή ύπαρξης μας φέρνει μπροστά στις εναλλακτικές λύσεις της ανάστασης ή του θανάτου. Κάθε στιγμή δίνουμε μια απάντηση. Αυτή η απάντηση βρίσκεται όχι σ' ό,τι λέμε ή σκεφτόμαστε, αλλά σ' αυτό που είμαστε, στο πώς ενεργούμε, προς τα πού κινούμαστε.

ΤΟ ΓΚΡΕΜΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ

Αν η ελπίδα, η πίστη και το σθένος είναι σύνδρομα της ζώης, πώς συμβαίνει τόσοι πολλοί άνθρωποι να χάνουν την ελπίδα, την πίστη και το σθένος τους και να τους αρέσει η δουλεία κι η εξάρτηση; Αυτή ακριβώς η δυνατότητα της απώλειας αποτελεί το χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης. Ξεκινάμε με την ελπίδα, την πίστη και το σθένος - είναι οι ασυνείδητες, "μη νοητικές" ιδιότητες του σπέρματος και του αβγού, της ένωσής τους, της ανάπτυξης του εμβρύου και της γέννησής του. Όταν όμως αρχίζει η ζωή, οι περιπέτειες του περιβάλλοντος και το τυχαίο αρχίζουν να προωθούν ή να φράζουν το δρόμο στη δυνητική ελπίδα.

Οι περισσότεροι από μας είχαμε την ελπίδα πως θα μας αγαπήσουν - όχι απλώς να μας περιποιηθούν και να μας ταΐσουν, αλλά να μας καταλάβουν, να μας φροντίσουν, να μας σεβαστούν. Οι περισσότεροι από μας ελπίζαμε πως θα μπορούσαμε να στηρίξουμε τις ελπίδες μας. Όταν είμαστε μικροί δε γνωρίζαμε ακόμα την ανθρώπινη επινόηση του ψεύδους - όχι μονάχα το ψέμα με τα λόγια, αλλά το ψέμα στη φωνή, το ψέμα στη ματιά, το ψέμα στις χειρονομίες, στην έκφραση του προσώπου. Πώς πρέπει να προετοιμαστεί το παιδί γι' αυτή την ειδικά ανθρώπινη εξυπνάδα - δηλαδή το ψέμα; Οι περισσότεροι από μας έχουμε αφυπνιστεί, μερικοί περισσότερο άλλοι λιγότερο ωμά, σχετικά με το γεγονός ότι οι άνθρωποι συχνά δεν εννοούν αυτό που λένε ή λένε ακριβώς το αντίθετο απ' αυτό που εννοούν. Και όχι μονάχα οι "άνθρωποι" γενικά, αλλά ακριβώς εκείνοι που τους εμπιστευόμαστε περισσότερο - οι γονείς μας, οι δάσκαλοί μας, οι ηγέτες μας.

Λίγοι άνθρωποι ξεφεύγουν από το πεπρωμένο να διαψευστούν σε τούτο ή το άλλο σημείο της ανάπτυξής τους οι ελπίδες τους - μερικές φορές μάλιστα να γκρεμιστούν ολοκληρωτικά. Μπορεί αυτό να είναι καλό. Αν ένας άνθρωπος δεν ένιωθε να διαψεύδονται οι ελπίδες του, πώς θα μπορούσε να γίνει η ελπίδα του γερή κι ακλόνητη; Πώς θα μπορούσε να αποφύγει τον κίνδυνο να γίνει ένας ονειροπόλος οπτιμιστής; Από το άλλο μέρος όμως η ελπίδα γκρεμίζεται μερικές φορές σε τόσο μεγάλο βαθμό, που μπορεί ένας άνθρωπος να μην την ανακτήσει ποτέ πια.

Στην πραγματικότητα, οι απαντήσεις και οι αντιδράσεις στο γκρέμισμα της ελπίδας παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία, κι αυτό εξαρτάται από πολλές περιστάσεις: ιστορικές, προσωπικές, ψυχολογικές και ιδιοσυστασιακές. Πολλοί άνθρωποι, προφανώς η πλειοψηφία, αντιδρούν στη διάψευση της ελπίδας τους προσαρμοζόμενοι στη μέση αισιοδοξία που ελπίζει πάντα στο καλύτερο χωρίς να μπαίνει στην ενόχληση να αναγνωρίσει ότι μπορεί να συμβεί όχι το καλό αλλά απεναντίας το κακό. Όσο σφυρίζουν οι άλλοι, αυτοί οι άνθρωποι σφυρίζουν μαζί τους κι αντί να αισθάνονται απελπισία, φαίνεται να συμμετέχουν σ' ένα είδος κονσέρτου ποπ. Περιορίζουν τις απαιτήσεις τους σ' αυτό που μπορούν να πάρουν κι ούτε ονειρεύονται αυτό που φαίνεται να είναι έξω από αυτό που μπορούν να φτάσουν. Είναι τέλεια προσαρμοσμένα μέλη του κοπαδιού και ποτέ δε νιώθουν απελπισία, επειδή κανένας άλλος δε φαίνεται να νιώθει απελπισμένος. Παρουσιάζουν την εικόνα ενός ιδιόμορφου είδους αποδεκτού οπτιμισμού, που τον βλέπουμε σε τόσα πολλά μέλη της σύγχρονης Δυτικής κοινωνίας - συνήθως ο οπτιμισμός είναι συνειδητός και η αποδοχή ασυνείδητη.

Ένα άλλο αποτέλεσμα του γκρεμίσματος της ελπίδας είναι η "σκλήρυνση της καρδιάς". Βλέπουμε πολλούς ανθρώπους - από τους ανήλικους εγκληματίες ως τους ξεροκέφαλους αλλά αποτελεσματικούς ενήλικους - που σε κάποιο σημείο της ζωής τους, μπορεί στα πέντε, μπορεί στα δώδεκα, μπορεί στα είκοσι χρόνια τους, δεν ανέχονται πια να πληγώνονται. Μερικοί απ' αυτούς αποφασίζουν, θαρρείς από κάποια ξαφνική ενόραση ή μεταστροφή, πως φτάνει πια. Πως κανένας δε θα μπορέσει πια να τους πληγώσει, αλλά πως θα είναι εκείνοι ικανοί να πληγώσουν άλλους. Μπορεί να παραπονιούνται για την κακοτυχία τους που δε βρίσκουν φίλους ή κάποιο που να τους αγαπάει, δε φταίει όμως η κακοτυχία τους αλλά η μοίρα τους. Έχοντας χάσει τη συμπάθεια και την εμπάθεια, δεν μπορούν να συγκινήσουν κανέναν - ούτε μπορούν κι αυτοί να συγκινηθούν. Ο θρίαμβός τους στης ζωή δεν έχει ανάγκη από κανένα. Περηφανεύονται για το ότι δε συγκινούνται και για την ευχαρίστησή τους να μπορούν να πληγώνουν τους άλλους. Κατά πόσο αυτό γίνεται με εγκληματικό ή νόμιμο τρόπο εξαρτάται πολύ περισσότερο από κοινωνικούς παρά από ψυχολογικούς παράγοντες. Οι περισσότεροί τους παραμένουν ψυχροί και κατά συνέπεια δυστυχισμένοι ώσπου να τελειώσει η ζωή τους. Όχι πολύ σπάνια, συμβαίνει κάποιο θαύμα κι αρχίζει να λιώνει ο πάγος. Μπορεί απλούστατα να συνάντησαν κάποιο πρόσωπο που πιστεύουν στο ενδιαφέρον του, και τότε ανοίγουν νέες αισθηματικές διαστάσεις. Αν είναι τυχεροί, ξεπαγώνουν ολοκληρωτικά κι έρχονται τότε στη ζωή οι σπόροι της ελπίδας που φαινόταν πως είχαν καταστραφεί ολότελα.

Ένα άλλο πολύ πιο δραστικό αποτέλεσμα της γκρεμισμένης ελπίδας είναι η καταστροφικότητα και η βία. Ακριβώς για το λόγο ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζουν χωρίς ελπίδα, εκείνος που η ελπίδα του έχει ολοκληρωτικά καταστραφεί μισεί τη ζωή. Καθώς δεν μπορεί να δημιουργήσει ζωή, θέλει να την καταστρέψει, πράγμα που είναι κάτι λιγότερο από θαύμα - αλλά πολύ πιο εύκολο να γίνει. Θέλει να εκδικηθεί τον εαυτό του για τη μη βιωμένη ζωή του και το κάνει αυτό ρίχνοντας τον εαυτό του στην ολοκληρωτική καταστροφικότητα, έτσι που πολύ λίγη σημασία έχει αν καταστρέφει άλλους ή αν καταστρέφει τον εαυτό του.

Συνήθως η καταστροφική αντίδραση στη γκρεμισμένη ελπίδα είναι να βρεθεί κανείς ανάμεσα σε κείνους που, για κοινωνικούς ή οικονομικούς λόγους, αποκλείονται από τις ανέσεις της πλειοψηφίας και δεν έχουν κοινωνική ή οικονομική επιφάνεια. Δεν είναι πρωταρχικά η οικονομική απογοήτευση που οδηγεί στο μίσος και τη βία. Είναι η απελπιστική κατάσταση, οι πάντα διαψευσμένες υποσχέσεις που σπρώχνουν στη βία και την καταστροφικότητα. Πραγματικά, πολύ λίγη αμφιβολία υπάρχει ότι οι ομάδες που στερούνται και που τις κακομεταχειρίζονται τόσο πολύ ώστε δεν μπορούν ούτε απελπισμένες να είναι, γιατί δεν έχουν τον οραματισμό της ελπίδας, είναι λιγότερο βίαιες από κείνες που βλέπουν τη δυνατότητα της ελπίδας και ωστόσο αναγνωρίζουν ταυτόχρονα ότι οι περιστάσεις κάνουν αδύνατη την πραγματοποίηση των ελπίδων τους. Μιλώντας από ψυχολογική σκοπιά, η καταστροφικότητα είναι η εναλλακτική λύση στην ελπίδα, όπως η έλξη του θανάτου είναι η εναλλακτική λύση στην αγάπη για τη ζωή, και όπως η χαρά είναι η εναλλακτική λύση στη βαριεστημάρα.

Δε ζει μόνο το άτομο με την ελπίδα. Τα έθνη κι οι κοινωνικές τάξεις ζουν με την ελπίδα, την πίστη και το σθένος, κι αν χάσουν αυτό το δυναμικό εξαφανίζονται - είτε από έλλειψη ζωτικότητας είτε από την παράλογη καταστροφικότητα που αναπτύσσουν.

Θα πρέπει να σημειωθεί το γεγονός ότι η ανάπτυξη της ελπίδας ή της απελπισίας σ' ένα άτομο, καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία ελπίδας ή απελπισίας στην κοινωνία ή την τάξη. Όσο κι αν γκρεμίστηκε η ελπίδα ενός ατόμου στην παιδική του ηλικία, στην περίπτωση που ζει σε μια περίοδο ελπίδας και πίστης, θα διεγερθεί κι η δικιά του ελπίδα. Από το άλλο μέρος, το πρόσωπο που η εμπειρία του το οδηγεί να ελπίζει, θα τείνει συχνά να βρίσκεται σε κατάθλιψη κι απελπισία όταν η κοινωνία ή η τάξη του χάσει το πνεύμα της ελπίδας.

Σήμερα, και συνεχώς σε μεγαλύτερο βαθμό από τις αρχές του 1ου Παγκόσμιου Πολέμου, και ιδιαίτερα για την Αμερική μετά την ήττα της Αντιιμπεριαλιστικής Λίγκας στο τέλος του περασμένου αιώνα, η ελπίδα εξαφανίζεται με γοργό ρυθμό από το Δυτικό κόσμο. Όπως είπα πρωτύτερα, η απελπισία καλύπτεται σαν αισιοδοξία και σε μερικούς σαν επαναστατικός μηδενισμός. Ό,τι όμως κι αν σκέφτεται ένας άνθρωπος για τον εαυτό του, πολύ λίγη σημασία έχει σε σύγκριση μ' αυτό που είναι, μ' αυτό που αληθινά νιώθει, και οι πιο πολλοί από μας δεν ξέρουμε τι ακριβώς νιώθουμε.

Τα δείγματα της απελπισίας είναι όλα εδώ. Κοιτάξτε τη βαριεστημένη έκφραση του μέσου ατόμου, την έλλειψη επαφής ανάμεσα στους ανθρώπους - ακόμα κι όταν προσπαθούν απεγνωσμένα "ν'αποκτήσουν επαφή". Κοιτάξτε την ανικανότητα να φτιάξουμε σοβαρά ένα πρόγραμμα για να κατανικήσουμε την ολοένα αυξανόμενη δηλητηρίαση του νερού και της ατμόσφαιρας της πόλης, και τον προβλεπόμενο λιμό στις φτωχότερες χώρες, για να μη μιλήσουμε για την ανικανότητά μας ν' απαλλαγούμε από την καθημερινή απειλή για τη ζωή και τα σχέδια όλων μας - από τα θερμοπυρηνικά όπλα. Ό,τι κι αν πούμε ή αν σκεφτούμε για την ελπίδα, η ανικανότητά μας να ενεργήσουμε ή να προγραμματίσουμε για τη ζωή προδίδει την απελπισία μας.

Ξέρουμε πολύ λίγα σχετικά με τους λόγους αυτής της αυξανόμενης απελπισίας. Πριν το 1914 οι άνθρωποι σκέφτονταν ότι ο κόσμος ήταν ένα μέρος όπου επικρατούσε ασφάλεια, ότι οι πόλεμοι, με την πλήρη περιφρόνησή τους για την ανθρώπινη ζωή, ανήκαν στο παρελθόν. Παρόλα αυτά, έγινε ο 1ος Παγκόσμιος Πόλεμος και κάθε κυβέρνηση είπε ψέματα ως προς τα κίνητρά της. Κηρύχτηκε κατόπιν ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος, με την κωμωδία των προφάσεών του τόσο από τις Δυτικές δυνάμεις όσο και από τη Σοβιετική Ένωση. Ήρθε ο τρόμος του συστήματος του Στάλιν και του συστήματος του Χίτλερ, ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος με την πλήρη περιφρόνησή του για τη ζωή των πολιτών. Και ο πόλεμος του Βιετνάμ, όπου χρόνια και χρόνια χρησιμοποιούσε η αμερικανική κυβέρνηση τη δύναμή της για να συντρίψει ένα μικρό λαό με πρόφαση "να τον σώσει". Και καμιά από τις μεγάλες δυνάμεις δεν έκανε το μοναδικό βήμα που θα έδινε ελπίδα σ' όλους: ν' απαλλαγεί από τα πυρηνικά όπλα της, έχοντας εμπιστοσύνη πως οι άλλες θα ήταν αρκετά υγιείς και θα την ακολουθούσαν.

Αλλά υπάρχουν κι άλλοι λόγοι για την αυξανόμενη απελπισία: η διαμόρφωση της ολοκληρωτικά γραφειοκρατικοποιημένης βιομηχανικής κοινωνίας και η αδυναμία του ατόμου απέναντι στην οργάνωση, την οποία θα πραγματευτώ στο επόμενο κεφάλαιο.

Αν η Αμερική και ο Δυτικός κόσμος παραμείνουν στην κατάσταση της ασυνείδητης απελπισίας, της έλλειψης πίστης και σθένους, γίνεται προβλεπτό ότι δε θα μπορέσουν ν' αντισταθούν στον πειρασμό του μεγάλου μπαμ με πυρηνικά όπλα, που θα βάλει τέρμα σε όλα τα προβλήματά μας - υπερπληθυσμό, βαριεστημάρα, πείνα - αφού θα εξαφανίσει κάθε ζωή.

Η πρόοδος προς την κατεύθυνση ενός κοινωνικού και πολιτιστικού καθεστώτος, όπου ο άνθρωπος θα είναι ο καβαλάρης, εξαρτάται από την ικανότητά μας ν' αντιμετωπίσουμε την απελπισία μας. Πρώτ' απ' όλα, πρέπει να το δούμε αυτό. Και δεύτερο, πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσο υπάρχει μια πραγματική δυνατότητα ν' αλλάξουμε την κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωής μας, δίνοντάς της νέα διεύθυνση που θα την κάνει ικανή να ελπίζει και πάλι. Αν δεν υπάρχει μια τέτοια πραγματική δυνατότητα, τότε η ελπίδα είναι καθαρή ανοησία. Αν όμως υπάρχει πραγματική δυνατότητα, τότε μπορεί να υπάρχει ελπίδα, βασιζόμενη στην εξέταση των νέων εναλλακτικών λύσεων και επιλογών, καθώς και στην από κοινού δράση για την πραγματοποίηση αυτών των νέων εναλλακτικών λύσεων.

Πηγή: Έριχ Φρομ, Η επανάσταση της ελπίδας, Εκδ. Μπουκουμάνη

Monday, September 27, 2010

Η επανάσταση της ελπίδας (Μέρος Ι)


Το βιβλίο αυτό γράφτηκε σαν αντίδραση στην κατάσταση της Αμερικής το 1968. Στη συγγραφή του μ' έσπρωξε η πεποίθηση πως βρισκόμαστε σ' ένα σταυροδρόμι: ο ένας δρόμος οδηγεί - αν όχι στην καταστροφή με θερμοπυρηνικό πόλεμο - σε μια πέρα για πέρα μηχανοποιημένη κοινωνία με τον άνθρωπο σαν ένα ανίσχυρο γρανάζι στη μηχανή. Ο άλλος οδηγεί στην αναγέννηση του ουμανισμού και της ελπίδας - σε μια κοινωνία που βάζει την τεχνική στην υπηρεσία της ευημερίας του ανθρώπου. Βασίζεται στην πεποίθηση ότι τις απαραίτητες καινούργιες λύσεις μπορούμε να τις βρούμε με τη βοήθεια της λογικής και της φλογερής αγάπης για τη ζωή και όχι με τον παραλογισμό και το μίσος.

Ι. Τα σταυροδρόμια

Ανάμεσά μας πλανιέται ένα φάντασμα που λίγοι μονάχα μπορούν να το δουν ξεκάθαρα. Δεν είναι το παλιό φάντασμα του κομμουνισμού ή του φασισμού. Είναι ένα νέο φάντασμα: μια πέρα για πέρα μηχανοποιημένη κοινωνία, αφοσιωμένη στη μέγιστη δυνατή παραγωγή και κατανάλωση, κατευθυνόμενη από κομπιούτερ. Και σ' αυτό το κοινωνικό προτσές, ο ίδιος ο άνθρωπος μετατρέπεται σε εξάρτημα της όλης μηχανής, καλοτρώγοντας και καλοπερνώντας, αλλά απαθής, άψυχος, με ελάχιστα αισθήματα. Με τη νίκη της νέας κοινωνίας θα εξαφανιστούν ο ατομικισμός και η ιδιωτική ζωή. Τα αισθήματά μας για τους άλλους θα φαμπρικάρονται από ψυχολογικούς διαμορφωτές και άλλες συσκευές, ή με παραισθησιογόνα, που χρησιμεύουν παράλληλα και για ένα νέο είδος ενδοσκοπικής εμπειρίας. Όπως γράφει ο Σμπίγκνιεφ Μπρζεζίνσκι, "στην τεχνετρονική κοινωνία φαίνεται πως θα επικρατεί η τάση της συγκέντρωσης της ατομικής υποστήριξης εκατομμυρίων ασυντόνιστων πολιτών, πράγμα που θα το κάνουν εύκολα μαγνητικές και ελκτικές προσωπικότητες εκμεταλευόμενες αποτελεσματικά τις πο πρόσφατες τεχνικές επικοινωνίας για να χειραγωγούν και να κατευθύνουν τα συναισθήματα και να ελέγχουν τη λογική". Αυτή τη νέα μορφή κοινωνίας την πρόβλεψαν με τη μορφή μυθιστορήματος ο Όργουελ στο έργο του "1984" και ο Άλντους Χάξλεϋ στο έργο "Ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος" (Brave New World).

Η πιο ανησυχητική πλευρά για την ώρα μπορεί να είναι ότι βλέπουμε να χάνουμε τον έλεγχό μας πάνω στο σύστημά μας. Εκτελούμε αποφάσεις που παίρνουν για μας οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές μας. Σαν ανθρώπινα όντα δεν έχουμε άλλους σκοπούς από το να παράγουμε και να καταναλώνουμε ολοένα και πιο πολύ. Δεν επιθυμούμε τίποτα κι ούτε θέλουμε να επιθυμούμε κάτι. Βρισκόμαστε κάτω από την απειλή του αφανισμού με τα πυρηνικά όπλα, και της εσωτερικής απονέκρωσης με την απάθεια που δημιουργεί ο αποκλεισμός μας από την υπεύθυνη λήψη αποφάσεων.

Πώς φτάσαμε σ'αυτό το σημείο; Πώς έγινε κι ο άνθρωπος, έχοντας φτάσει στο αποκορύφωμα της κυριαρχίας του πάνω στη φύση, έγινε αιχμάλωτος των δικών του δημιουργημάτων και βρίσκεται μπροστά στο σοβαρό κίνδυνο να καταστρέψει τον εαυτό του;

Αναζητώντας την επιστημονική αλήθεια, ο άνθρωπος κατέκτησε τις γνώσεις που μπορούσε να χρησιμοποιήσει για την κυριαρχία του πάνω στη φύση. Η επιτυχία του ήταν καταπληκτική. Δίνοντας όμως μονόπλευρα έμφαση στην τεχνική και την υλική κατανάλωση, ο άνθρωπος έχασε την επαφή με τον εαυτό του, με τη ζωή. Έχοντας χάσει την πνευματική πίστη και τις ουμανιστικές αξίες που συνδέονται μ' αυτή, συγκέντρωσε όλη την προσοχή του στις τεχνικές και υλικές αξίες κι έχασε την ικανότητα για έντονα συναισθηματικά βιώματα και για τη χαρά και τη λύπη που τα συνοδεύουν. Η μηχανή που κατασκεύασε έγινε τόσο παντοδύναμη, που έφτιαξε δικό της πρόγραμμα, το οποίο καθορίζει σήμερα αυτή τούτη τη σκέψη του ανθρώπου.

Προς το παρόν, ένα από τα πιο σοβαρά συμπτώματα του συστήματός μας είναι το γεγονός ότι η οικονομία μας στηρίζεται πάνω στην παραγωγή όπλων (συν τη διατήρηση ολόκληρου του αμυντικού μηχανισμού) και στην αρχή της μέγιστης δυνατής κατανάλωσης. Έχουμε ένα οικονομικό σύστημα που λειτουργεί καλά μονάχα αν παράγουμε προϊόντα που μας απειλούν με φυσική καταστροφή, μονάχα αν μετατρέπουμε το άτομο σε ολοκληρωτικά απαθή καταναλωτή, με αποτέλεσμα να το απονεκρώνουμε, και μονάχα αν έχουμε δημιουργήσει μια γραφειοκρατία που κάνει το άτομο να νιώθει ανίσχυρο.

Βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα τραγικό άλυτο δίλημμα: Πρέπει να δημιουργούμε αρρωστημένους ανθρώπους για να έχουμε υγιή οικονομία, ή είναι δυνατό να χρησιμοποιήσουμε τους υλικούς πόρους μας, τις εφευρέσεις μας, τα κομπιούτερ μας με τρόπο που να εξυπηρετούν τους σκοπούς του ανθρώπου; Πρέπει τα άτομα να είναι απαθή και εξαρτημένα για να έχουμε οργανώσεις γερές που να λειτουργούν στην εντέλεια;

Οι απαντήσεις σ' αυτά τα προβλήματα διαφέρουν. Ανάμεσα σε κείνους που αναγνωρίζουν την επαναστατική και δραστική αλλαγή στη ζωή του ανθρώπου, που θα μπορούσε να την πραγματοποιήσει η "μεγαμηχανή", είναι οι συγγραφείς που υποστηρίζουν ότι η νέα κοινωνία είναι αναπόφευκτη, κι έτσι, ότι δεν υπάρχει χώρος για αντιρρήσεις ως προς τα καλά της. Παράλληλα νιώθουν συμπάθεια για την καινούργια κοινωνία, αν και εκφράζουν κάποιους φόβους για το τι μπορεί να κάνει στον άνθρωπο όπως τον ξέρουμε. Αντιπρόσωποι αυτής της τάσης είναι ο Σμπίγκνιεφ Μπρζεζίνσκι κι ο Χ. Καν. Στην άλλη άκρη του φάσματος βρίσκεται ο Ζακ Ελύλ, που στο έργο του "Τεχνολογική Κοινωνία" (Τechnological Society) περιγράφει με μεγάλη δύναμη τη νέα κοινωνία προς την οποία βαδίζουμε και την καταστροφική επίδρασή της πάνω στον άνθρωπο. Αντιμετωπίζει το φάντασμα στην τρομακτική του έλλειψη ανθρωπιάς. Το συμπέρασμά του δεν είναι πως θα επικρατήσει η νέα κοινωνία, αν και φρονεί ότι, σύμφωνα με το νόμο των πιθανοτήτων, μπορεί και να επικρατήσει. Βλέπει όμως μια δυνατότητα, σύμφωνα με την οποία η απανθρωπισμένη κοινωνία μπορεί να μην είναι ο νικητής "αν ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός ανθρώπων αποκτήσουν επίγνωση της απειλής που δημιουργεί ο τεχνολογικός κόσμος για την προσωπική και πνευματική ζωή του ανθρώπου και αν αποφασίσουν να προασπίσουν την ελευθερία τους ανατρέποντας την πορεία αυτής της εξέλιξης". Η θέση του Λιούις Μάμφορντ μπορεί να χαρακτηριστεί παρόμοια με τη θέση του Ελύλ. Στο βαθύ και θαυμαστό έργο του "Ο Μύθος της Μηχανής" (The Myth of the Machine) περιγράφει τη "μεγαμηχανή", ξεκινώντας από τις πρώτες εκδηλώσεις της στην αιγυπτιακή και βαβυλωνιακή κοινωνία. Αλλά σε αντίθεση μ' εκείνους που, όπως οι συγγραφείς που αναφέρθηκαν παραπάνω, αναγνωρίζουν το φάντασμα είτε με συμπάθεια είτε με τρόμο, βρίσκεται η πλειονότητα των ανθρώπων, όσοι βρίσκονται στην κορυφή του κατεστημένου, και ο μέσος πολίτης, που δε βλέπει κανένα φάντασμα. Πιστεύουν στην παλιά και ξεπερασμένη πια πίστη του 19ου αιώνα, σύμφωνα με την οποία η μηχανή θα συμβάλει στο να γίνει πιο ελαφρύς ο μόχθος του ανθρώπου, θα παραμείνει μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού, και δε βλέπουν τον κίνδυνο που δημιουργείται αν η τεχνολογία αφεθεί ν' ακολουθήσει τη δική της λογική, οπότε μπορεί να καταντήσει μια καρκινωματική απόφυση που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το συγκροτημένο σύστημα του ανθρώπου και της κοινωνικής ζωής. Η θέση που παίρνει αυτό το βιβλίο είναι καταρχήν εκείνη του Μάμφορντ και του Ελύλ. Είναι ίσως διαφορετική από την άποψη ότι διαβλέπω μια κάπως μεγαλύτερη δυνατότητα αναστήλωσης του κοινωνικού συστήματος κάτω από τον έλεγχο του ανθρώπου. Οι ελπίδες που έχω σ' αυτό τον τομέα βασίζονται στους ακόλουθους παράγοντες:

1. Το σημερινό κοινωνικό σύστημα μπορεί να γίνει κατανοητό πολύ καλύτερα αν συνδέσουμε το σύστημα "Άνθρωπος" με το όλο σύστημα. Η ανθρώπινη φύση δεν είναι ένα αφηρημένο ούτε και ένα απεριόριστα πλαστικό και κατά συνέπεια δυναμικά αμελητέο σύστημα. Έχει τις δικές της ιδιαίτερες ιδιότητες, τους δικούς της ιδιαίτερους νόμους και τις δικές της εναλλακτικές λύσεις. Η μελέτη του συστήματος Άνθρωπος μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε τι κάνουν στον άνθρωπο ορισμένοι παράγοντες του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος, με ποιο τρόπο οι διαταραχές στο σύστημα Άνθρωπος προκαλούν διαταραχές στην ισορροπία του όλου κοινωνικού συστήματος. Εισάγοντας τον ανθρώπινο παράγοντα στην ανάλυση του όλου συστήματος, είμαστε καλύτερα προπαρασκευασμένοι να κατανοήσουμε τη δυσλειτουργία του, και να καθορίσουμε νόρμες που συνδέουν την υγιή οικονομική λειτουργία του συστήματος με τη βέλτιστη ευημερία των ανθρώπων που συμμετέχουν σ' αυτό το κοινωνικό σύστημα. Φυσικά, όλα αυτά ισχύουν μονάχα αν υπάρχει συμφωνία πως η μέγιστη δυνατή ανάπτυξη του ανθρώπινου συστήματος από την άποψη της δομής του - δηλαδή της ανθρώπινης ευημερίας - αποτελεί πρωταρχικό σκοπό.

2. Η αυξανόμενη δυσαρέσκεια από το σημερινό τρόπο ζωής, η παθητικότητά του και η σιωπηλή βαριεστημάρα, η έλλειψη ιδιωτικής ζωής και η αποπροσωποποίηση που τον χαρακτηρίζει, καθώς και η επιθυμία για μια χαρούμενη και γεμάτη νόημα ύπαρξη, που να ικανοποιεί τις ειδικές εκείνες ανάγκες, τις οποίες ο άνθρωπος έχει αναπτύξει στις τελευταίες χιλιετηρίδες της ιστορίας του, και οι οποίες τον κάνουν να διαφέρει από τα ζώα, όπως και από το κομπιούτερ. Αυτή η τάση γίνεται ακόμα πιο έντονη επειδή το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού έχει κιόλας γευτεί την πλήρη υλική ικανοποίηση και έχει ανακαλύψει ότι ο παράδεισος του καταναλωτή δε χαρίζει την αναμενόμενη ευτυχία. (Φυσικά οι φτωχοί δεν είχαν ακόμα τη δυνατότητα να το διαπιστώσουν, εκτός από το ότι παρατηρούν την έλλειψη χαράς εκείνων που "έχουν καθετί που θα μπορούσε να επιθυμήσει ο άνθρωπος").

Οι ιδεολογίες και οι ιδέες έχουν χάσει πολύ από το θέλγητρό τους. Οι παραδοσιακές στερεότυπες φράσεις όπως "δεξιός" και "αριστερός" ή "κομμουνισμός" και "καπιταλισμός" έχουν χάσει τη σημασία τους. Οι άνθρωποι αναζητούν ένα νέο προσανατολισμό, μια νέα φιλοσοφία, που να έχει για κέντρο της τις προτεραιότητες της ζωής και όχι τις προτεραιότητες του θανάτου.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες και σ' ολόκληρο τον κόσμο παρατηρείται μια όλο και μεγαλύτερη πόλωση: Υπάρχουν εκείνοι που νιώθουν έλξη για τη βία, το "νόμο και την τάξη", για τις γραφειοκρατικές μεθόδους και ενδεχόμενα για τη μη ζωή, καθώς κι εκείνοι που νιώθουν βαθιά αγάπη για τη ζωή, για νέες στάσεις συμπεριφοράς και όχι για έτοιμα σχέδια και σχήματα. Αυτό το νέο μέτωπο είναι ένα κίνημα που συνδυάζει την επιθυμία για βαθιές αλλαγές στην οικονομική και κοινωνική πρακτική μας με αλλαγές στην ψυχική και πνευματική θεώρηση της ζωής. Στην πιο γενική μορφή του, σκοπός του είναι η δραστηριοποίηση του ατόμου, η αποκατάσταση του ελέγχου του ανθρώπου πάνω στο κοινωνικό σύστημα, ο εξανθρωπισμός της τεχνολογίας. Είναι ένα κίνημα στο όνομα της ζωής κι αν έχει μια τόσο πλατιά και κοινή βάση, αυτό το οφείλει στο ότι η απειλή ενάντια στη ζωή σήμερα δεν είναι απειλή ενάντια σε μια τάξη ή ένα έθνος, αλλά απειλή ενάντια σ' όλους μας.

Στα κεφάλαια που ακολουθούν επιχειρείται η λεπτομερειακή εξέταση μερικών από τα προβλήματα που σκιαγραφήθηκαν εδώ, ιδιαίτερα εκείνων που συνδέονται με τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα.

Υπάρχει ωστόσο ένα σημείο που πρέπει να ξεκαθαριστεί από την αρχή. Σήμερα υπάρχει μια πολύ διαδομένη απογοήτεση σχετικά με τη δυνατότητα αλλαγής της πορείας που έχουμε ακολουθήσει. Αυτή η απογοήτευση είναι κατά κύριο λόγο ασυνείδητη, ενώ οι συνειδητοί άνθρωποι είναι "αισιόδοξοι" και πιστεύουν στην παραπέρα "πρόοδο". Πριν από την εξέταση της σημερινής κατάστασης και της δυνατότητας ελπίδας που παρουσιάζει, θα προηγηθεί η εξέταση του φαινομένου της ελπίδας.

ΙΙ. Η Ελπίδα

1. ΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΛΠΙΔΑ

Η ελπίδα είναι αποφασιστικό στοιχείο σε κάθε προσπάθεια πραγματοποίησης κοινωνικής αλλαγής προς την κατεύθυνση μεγαλύτερης ζωντάνιας, επίγνωσης και λογικής. Αλλά η φύση της ελπίδας συχνά παρεξηγείται και μπερδεύεται με στάσεις που δεν έχουν καμιά σχέση με την ελπίδα και που στην πραγματικότητα είναι ακριβώς το αντίθετό της.

Τι σημαίνει να ελπίζεις;

Σημαίνει, όπως πιστεύουν πολλοί, να έχεις επιθυμίες και πόθους; Αν είναι αυτό, εκείνοι που επιθυμούν πιο πολλά και πιο καλά αυτοκίνητα, σπίτια και μαραφέτια, θα πρέπει να είναι άνθρωποι της ελπίδας. Αλλά δεν είναι έτσι. Είναι άνθρωποι που διψούν για περισσότερη κατανάλωση κι όχι άνθρωποι της ελπίδας.

Σημαίνει τάχα ελπίζω, αν αντικείμενο της ελπίδας μου δεν είναι κάποιο πράγμα, αλλά μια πληρέστερη ζώη, μια κατάσταση μεγαλύτερης ζωντάνιας, μια απελευθέρωση από μια αιώνια βαριεστημάρα; Ή, για να χρησιμοποιήσουμε ένα θεολογικό όρο, ελπίζω για τη σωτηρία, ή ένα πολιτικό όρο, ελπίζω για την επανάσταση; Πραγματικά, αυτό το είδος προσδοκίας μπορεί να είναι ελπίδα. Αλλά δεν είναι ελπίδα αν έχει την ιδιότητα της απάθειας και της "προσμονής" - ώσπου να έρθει η ελπίδα - οπότε στην πραγματικότητα είναι κάλυμμα για υποταγή στη μοίρα, τίποτ' άλλο παρά ιδεολογία.

Ο Κάφκα περιγράφει με θαυμαστό τρόπο αυτό το είδος της υποταγμένης και παθητικής ελπίδας στο μυθιστόρημά του "Η Δίκη". Ένας άνθρωπος φτάνει μπροστά στην πόρτα που οδηγεί στους ουρανούς (το Νόμο) και παρακαλεί να μπει. Ο θυρωρός λέει πως δεν μπορεί για την ώρα ν' αφήσει τον άνθρωπο να μπει. Μόλο που η πόρτα που οδηγεί στο Νόμο παραμένει ανοιχτή, ο άνθρωπος αποφασίζει πως είναι καλύτερα να περιμένει ίσαμε που να του δώσουν την άδεια να μπει. Έτσι κάθεται χάμω και περιμένει μέρες και χρόνια. Πολλές φορές ζητάει να τον αφήσουν να μπει, αλλά πάντα του λένε πως δεν επιτρέπεται ακόμα η είσοδός του. Όλα αυτά τα πολλά χρόνια της αναμονής, ο άνθρωπος μελετάει το θυρωρό σχεδόν ακατάπαυστα και μαθαίνει να γνωρίζει ακόμα και τους ψύλλους στη γούνα του γιακά του. Με τα χρόνια γερνάει και πλησιάζει στο θάνατο. Για πρώτη φορά αναρωτιέται: "Πώς συμβαίνει κι όλα αυτά τα χρόνια δε ζήτησε να μπει κανένας άλλος εκτός από μένα;". Ο θυρωρός απαντάει: "Μονάχα εσύ μπορούσες να μπεις απ' αυτή την πόρτα, αφού αυτή η πόρτα προοριζόταν για σένα. Τώρα θα την κλείσω".

Ο γέρος είχε γεράσει πολύ για να καταλάβει, και μπορεί να μην καταλάβαινε αν ήταν νεότερος. Οι γραφειοκράτες έχουν την τελευταία λέξη. Αν πουν όχι, είναι αδύνατο να μπεις. Αν είχε κάτι παραπάνω απ' αυτή την παθητική ελπίδα της αναμονής, θα μπορούσε να μπει, και το κουράγιο του να αγνοήσει τους γραφειοκράτες θα ήταν η λυτρωτική πράξη που θα τον έφερνε στο αστραφτερό ανάκτορο. Πολλοί άνθρωποι είναι σαν το γέρο του Κάφκα. Ελπίζουν, αλλά δεν τους επιτρέπεται να ενεργήσουν σύμφωνα με τον παλμό της καρδιάς τους, κι όσο οι γραφειοκράτες δε δίνουν το πράσινο φως, περιμένουν και περιμένουν. (Η ισπανική λέξη esperar σημαίνει και αναμένω και ελπίζω και αναφέρεται ξεκάθαρα σ’ αυτό το ιδιαίτερο είδος παθητικής ελπίδας που προσπαθώ να περιγράψω εδώ).

Αυτό το είδος παθητικής ελπίδας συνδέεται στενά με μια γενικευμένη μορφή ελπίδας, που μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ελπίδα για χρόνο. Ο χρόνος και το μέλλον γίνονται η κεντρική κατηγορία αυτού του είδους ελπίδας. Τίποτα δεν αναμένεται να συμβεί στο τώρα, αλλά μονάχα την επόμενη στιγμή, την επόμενη μέρα, τον επόμενο χρόνο και σ' έναν άλλο κόσμο, αν είναι πολύ ανόητο να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί η ελπίδα σ' αυτό τον κόσμο. Πίσω απ' αυτή τη δοξασία βρίσκεται η ειδωλολατρία του "Μέλλοντος", της "Ιστορίας" και των "Μεταγενέστερων", που εμφανίστηκε στη Γαλλική Επανάσταση με ανθρώπους όπως ο Ροβεσπιέρος, οι οποίοι λάτρευαν το μέλλον σαν θεό: δεν κάνω τίποτα, παραμένω παθητικός, γιατί είμαι ένα τίποτα, μηδαμινός. Αλλά το μέλλον, η προέκταση του χρόνου, θα φέρει αυτό που δεν μπορώ να πετύχω. Αυτή η λατρεία του μέλλοντος, που είναι μια διαφορετική άποψη της λατρείας της "προόδου" στη σύγχρονη αστική σκέψη, είναι ακριβώς η αλλοτρίωση της ελπίδας. Αντί να κάνω εγώ κάτι ή να γίνω κάτι, τα είδωλα, το μέλλον, οι μεταγενέστεροι κάνουν έτσι ώστε να συμβεί κάτι, χωρίς τη δική μου παρέμβαση. (Αυτή η σταλινική αντίληψη αποτελεί άμεση συνέχιση της ειδωλολατρίας των μεταγενέστερων του Ροβεσπιέρου. Είναι το άκρο αντίθετο της θέσης του Μαρξ που είπε: «Η ιστορία δεν είναι τίποτα, δεν κάνει τίποτα. Ο άνθρωπος υπάρχει, κι αυτός τα κάνει όλα»).

Ενώ η παθητική αναμονή είναι μια συγκαλυμμένη μορφή της απελπισίας και της ανημποριάς, υπάρχει μια άλλη μορφή απελπισίας και απόγνωσης που παίρνει ακριβώς την αντίθετη μορφή - τη μορφή των φραστικών κατασκευών και του τυχοδιωκτισμού, της περιφρόνησης της πραγματικότητας και της παραβίασης όλων όσων μπορούν να παραβιαστούν. Αυτή ήταν η στάση κάθε ψεύτικου μεσσία και των ηγετών πουτς, οι οποίοι περιφρονούσαν εκείνους που κάτω απ' όλες τις περιστάσεις δεν προτιμούν το θάνατο από την ήττα. Στις μέρες μας αυτή η ψευδοριζοσπαστική συγκάλυψη της απελπισίας και του νιχιλισμού δεν είναι κάτι που σπανίζει ανάμεσα στα πιο αφοσιωμένα μέλη της νέας γενιάς. Απευθύνονται στην τόλμη και την αφοσίωσή τους, αλλά δεν πείθουν με την έλλειψη από μέρους τους ρεαλισμού, αίσθησης της στρατηγικής και, σε μερικούς απ' αυτούς, με την έλλειψη αγάπης για ζωή.

2. ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ

Η ελπίδα είναι κάτι το παράδοξο. Δεν είναι ούτε παθητική αναμονή ούτε αντιρρεαλιστική παραβίαση των περιστάσεων που μπορούν να συμβούν. Μοιάζει με μια κουλουριασμένη τίγρη που θα κάνει το πήδημά της μόνο τη στιγμή που πρέπει να πηδήξει. Έκφραση της ελπίδας δεν είναι ούτε ο υπναλέος ρεφορμισμός ούτε ο ψευδοριζοσπαστικός τυχοδιωκτισμός. Ελπίζω σημαίνει είμαι έτοιμος κάθε στιγμή για εκείνο που δεν έχει ακόμα γεννηθεί, αλλά που ωστόσο δεν απελπίζομαι αν δε γεννηθεί στη διάρκεια της δικής μας ζώης. Δεν υπάρχει νόημα στο να ελπίζω για κάτι που ήδη υπάρχει ή για κάτι που δεν μπορεί να υπάρξει. Εκείνοι που η ελπίδα τους είναι αδύναμη, τα παρατάνε όλα αναζητώντας την άνεση, ή μπροστά στη βία. Εκείνοι που η ελπίδα τους είναι ισχυρή, βλέπουν και υποθάλπουν όλα τα δείγματα της νέας ζωής κι είναι πρόθυμοι κάθε στιγμή να συμβάλουν στη γέννηση αυτού που είναι έτοιμο να γεννηθεί.

Μια από τις μεγαλύτερες συγχύσεις σχετικά με την ελπίδα είναι η αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στη συνειδητή και την ασυνείδητη ελπίδα. Φυσικά αυτό είναι ένα λάθος που συμβαίνει και σε σχέση με πολλές άλλες συναισθηματικές εμπειρίες, όπως η ευτυχία, το άγχος, η κατάθλιψη, η βαριεστημάρα και το μίσος. Είναι να απορεί κανείς για το ότι, μόλο που οι θεωρίες του Φρόυντ ήταν δημοφιλείς, οι ιδέες του για το ασυνείδητο εφαρμόστηκαν πάρα πολύ λίγο στα συναισθηματικά φαινόμενα. Το γεγονός αυτό οφείλεται βασικά σε δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι στα κείμενα μερικών ψυχαναλυτών και μερικών "φιλόσοφων της ψυχανάλυσης" το όλο φαινόμενο του ασυνείδητου - δηλαδή της απώθησης - αναφέρεται σε σεξουαλικές επιθυμίες, και χρησιμοποιούν την απώθηση λαθεμένα - σαν συνώνυμο της καταστολής των σεξουαλικών επιθυμιών και δραστηριοτήτων. Κάνοντάς το αυτό απογυμνώνουν τις ανακαλύψεις του Φρόυντ από μερικές από τις πιο σπουδαίες συνέπειές τους. Ο δεύτερος λόγος βρίσκεται προφανώς στο γεγονός ότι είναι πολύ λιγότερο ενοχλητικό για τις μεταβικτωριανές γενιές το να αποκτήσουν επίγνωση σχετικά με τις απωθημένες σεξουαλικές επιθυμίες, και περισσότερο ενοχλητική η επίγνωση βιωμάτων όπως η αλλοτρίωση, η απελπισία ή η απληστία. Ας παραθέσουμε ένα μόνο από τα πιο χτυπητά παραδείγματα: οι περισσότεροι άνθρωποι δεν παραδέχονται πως νιώθουν φόβο, βαριεστημάρα, μοναξιά, απελπισία - δηλαδή δεν έχουν συνείδηση* αυτών των συναισθημάτων. Αυτό οφείλεται σε μια απλή αιτία. Η υφή της κοινωνίας μας είναι τέτοια, που ο πετυχημένος άνθρωπος υποτίθεται πως δε φοβάται, δε νιώθει βαριεστημάρα ή μοναξιά. Πρέπει να βρίσκει πως αυτός ο κόσμος είναι ο καλύτερος απ' όλους τους κόσμους. Για να έχει τις καλύτερες δυνατότητες προαγωγής, πρέπει να απωθεί το φόβο, όπως και την αμφιβολία, την κατάθλιψη, τη βαριεστημάρα ή την απελπισία.

Υπάρχουν πολλοί που νιώθουν συνειδητά γεμάτοι ελπίδα κι ασυνείδητα απελπισμένοι, και είναι πολύ λίγοι εκείνοι που νιώθουν το αντίθετο. Αυτό που έχει σημασία στην εξέταση της ελπίδας και της απελπισίας δεν είναι κατά κύριο λόγο τι πιστεύουν οι άνθρωποι για τα αισθήματά τους, αλλά τι νιώθουν στην πραγματικότητα. Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε ελάχιστα από τα λόγια τους, αλλά μπορούμε να το ανακαλύψουμε από τις εκφράσεις του προσώπου τους, από τον τρόπο που περπατάνε, από την ικανότητά τους να αντιδρούν δείχνοντας ενδιαφέρον για κάτι που βρίσκεται μπροστά στα μάτια τους, και από την έλλειψη φανατισμού, που διαπιστώνεται από την ικανότητά τους να ακούν προσεκτικά κάθε λογικό επιχείρημα.

Η δυναμική άποψη που εφαρμόζεται στο βιβλίο αυτό στα κοινωνικο-ψυχολογικά φαινόμενα διαφέρει βασικά από την περιγραφική μπηχαβιοριστική μέθοδο εξέτασης που εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στην κοινωνικο-επιστημονική έρευνα. Από τη δυναμική άποψη, δε μας ενδιαφέρει πρωταρχικά να μάθουμε τι σκέφτεται ή τι λέει ένα πρόσωπο ή πώς συμπεριφέρεται τώρα. Ενδιαφερόμαστε για τη δομή του χαρακτήρα του, δηλαδή για την ημιμόνιμη δομή των ενεργειών του, για την κατεύθυνση προς την οποία διοχετεύονται αυτές οι ενέργειες και για την ένταση με την οποία πορεύονται. Αν γνωρίζουμε τις κινητήριες δυνάμεις που υποκινούν τη συμπεριφορά, όχι μόνο θα κατανοήσουμε τη σημερινή συμπεριφορά, αλλά και θα είμαστε σε θέση να κάνουμε λογικές υποθέσεις για τον τρόπο που θα αντιδράσει ένα πρόσωπο σε διαφορετικές περιστάσεις. Στη δυναμική άποψη, οι αιφνίδιες "αλλαγές" στη σκέψη ή τη συμπεριφορά ενός προσώπου είναι αλλαγές που μπορούν στο μεγαλύτερο μέρος τους να παραβλεφτούν, με την προϋπόθεση να είναι γνωστή η δομή του χαρακτήρα του.

Θα μπορούσαμε να πούμε περισσότερα για τι δεν είναι ελπίδα, αλλά ας προχωρήσουμε μπροστά κι ας ρωτήσουμε τι είναι ελπίδα. Μπορούμε να την περιγράψουμε κάπως με λόγια ή μπορούμε να τη μεταδώσουμε μ' ένα ποίημα, μ' ένα τραγούδι, με μια χειρονομία, με μια έκφραση του προσώπου ή με μια πράξη;

Όπως συμβαίνει με κάθε άλλο βίωμα, τα λόγια δεν αρκούν για να περιγράψουμε αυτό το βίωμα. Στην πραγματικότητα οι περισσότερες σχετικές λέξεις κάνουν το αντίθετο: το θολώνουν, το διχοτομούν, το σκοτώνουν. Πολύ συχνά, μιλώντας για την αγάπη ή το μίσος ή την ελπίδα, χάνουμε την επαφή μ' αυτό που υποτίθεται πως θέλουμε να πούμε. Η ποίηση, η μουσική και οι άλλες μορφές τέχνης είναι τα μέσα που προσφέρονται καλύτερα για να περιγράψουμε τα ανθρώπινα βιώματα, γιατί διακρίνονται για την ακρίβειά τους κι αποφεύγουν την αφαίρεση και την ασάφεια των φθαρμένων εικόνων που υποτίθεται πως είναι οι πιο σωστές παραστάσεις των ανθρώπινων βιωμάτων.

Παίρνοντας όμως αυτούς τους χαρακτηρισμούς στα σοβαρά, δεν είναι αδύνατο να αποδώσουμε τη συναισθηματική εμπειρία με λόγια που δεν είναι λόγια της ποίησης. Αυτό όμως δε θα ήταν δυνατό αν οι άνθρωποι δε συμμερίζονταν το βίωμα για το οποίο μιλάμε, το λιγότερο σε κάποιο βαθμό. Περιγράφω σημαίνει τονίζω τις διάφορες απόψεις του βιώματος, κι έτσι αποκαθιστώ μια επικοινωνία στην οποία ο συγγραφέας κι ο αναγνώστης ξέρουν ότι αναφέρονται στο ίδιο πράγμα. Κάνοντας αυτή την προσπάθεια, πρέπει να ζητήσω από τον αναγνώστη να συνεργαστεί μαζί μου κι όχι να περιμένει να του δώσω μια απάντηση στο ερώτημα τι είναι ελπίδα. Πρέπει να του ζητήσω να επιστρατεύσει τις εμπειρίες του για να είναι δυνατός ο διάλογος.

Το να ελπίζεις είναι μια κατάσταση ύπαρξης. Είναι μια εσωτερική ετοιμότητα, η ετοιμότητα της έντονης αλλά όχι ξοδεμένης ακόμα δραστικότητας. Η έννοια της "δραστηριότητας" στηρίζεται πάνω σε μια από τις πιο διαδομένες αυταπάτες του ανθρώπου στη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία. Ολόκληρη η κουλτούρα μας συνδέεται με τη δραστηριότητα - τη δραστηριότητα με την έννοια της απασχόλησης (της απασχόλησης που είναι απαραίτητη για την εργασία). Στην πραγματικότητα οι περισσότεροι άνθρωποι είναι τόσο "δραστήριοι" που δεν μπορούν να κάθονται χωρίς να κάνουν κάτι. Φτάνουν ακόμα ως το σημείο να μετατρέπουν το λεγόμενο χρόνο ανάπαυσής τους σε μια άλλη μορφή δραστηριότητας. Αν δεν ξοδεύεις τη δραστηριότητά σου κάνοντας χρήματα, την ξοδεύεις πηγαίνοντας βόλτα με το αυτοκίνητό σου, παίζοντας γκόλφ ή συζητώντας για μηδαμινά πράγματα. Αυτό που φοβάσαι είναι η στιγμή που ουσιαστικά δεν έχεις "να κάνεις" κάτι. Κατά πόσο ονομάζει κανείς αυτό το είδος συμπεριφοράς δραστηριότητα, είναι ζήτημα ορολογίας. Το κακό είναι ότι πολλοί άνθρωποι που νομίζουν ότι είναι πολύ δραστήριοι, δεν έχουν επίγνωση του γεγονότος ότι μόλη την "απασχόλησή" τους είναι στην πραγματικότητα πάρα πολύ αδρανείς. Χρειάζονται συνέχεια τη διέγερση από τα έξω, είτε αυτό είναι οι κουβέντες των άλλων ανθρώπων είτε το να βλεπουν κινηματογράφο, είτε αυτό είναι το ταξίδι ή άλλες μορφές πιο συγκλονιστικών καταναλωτικών συγκινήσεων, ακόμα κι αν αυτό το κίνητρο είναι ένας καινούργιος άντρας ή μια καινούργια γυναίκα σαν σεξουαλικός σύντροφος. Χρειάζονται να τους παρακινήσει κάποιος, να τους "βάλει σε πειρασμό", να τους δελεάσει, να τους σαγηνέψει. Είναι πάντα τα "κορόιδα" και ποτέ οι από πάνω. Πάντοτε τρέχουν και ποτέ δε στέκονται. Κι ενώ έχουν την εντύπωση ότι είναι απεριόριστα δραστήριοι, είναι η κατάθλιψη που τους σπρώχνει να κάνουν κάτι για να ξεφύγουν από το άγχος που νιώθουν όταν μείνουν μόνοι με τον εαυτό τους.

Η ελπίδα είναι φυσικό σύνδρομο της ζωής και της ανάπτυξης. Όταν ένα δέντρο που δεν το βλέπει ο ήλιος γέρνει τον κορμό του προς τη μεριά που είναι ο ήλιος, δεν μπορούμε να πούμε ότι το δέντρο "ελπίζει" με τον ίδιο τρόπο που ελπίζει ο άνθρωπος, αφού η ελπίδα στον άνθρωπο συνδέεται με αισθήματα και με επίγνωση, που δεν μπορεί να έχει το δέντρο. Ωστόσο, δε θα ήταν λάθος αν λέγαμε ότι ελπίζει για το φως του ήλιου και εκφράζει αυτή την ελπίδα γέρνοντας τον κορμό του προς τον ήλιο. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο δέντρο και το παιδί που γεννιέται; Μπορεί το παιδί να μην έχει επίγνωση, ωστόσο η δραστηριότητά του εκφράζει την ελπίδα του να γεννηθεί και ν' αναπνεύσει ανεξάρτητα. Το βρέφος που θηλάζει δεν ελπίζει στο στήθος της μάνας του; Το μωρό δεν ελπίζει να σταθεί στα πόδια του και να περπατήσει; Ο άρρωστος δεν ελπίζει να γίνει καλά, ο φυλακισμένος να λευτερωθεί, ο πεινασμένος να φάει; Δεν ελπίζουμε πως θα ξυπνήσουμε σε μια άλλη μέρα ότα το βράδυ πέφτουμε να κοιμηθούμε; Στο σαρκικό έρωτα δεν εκφράζεται η ελπίδα του άντρα στην ικανότητά του, στον τρόπο που έχει να διεγείρει το ταίρι του και η ελπίδα της γυναίκας να ανταποκριθεί και να διεγείρει τον άντρα;

-----------------------------------------------------------------

* Θέλω να τονίσω ότι η συζήτηση για «το ασυνείδητο» είναι μια άλλη μορφή αλλοτριωμένης σκέψης και λόγου. Δεν υπάρχει κάτι σαν «το ασυνείδητο», λες και είναι ένα όργανο ή ένα πράγμα στο χώρο. Μπορεί κανείς «να έχει συνείδηση» ή «να μην έχει συνείδηση» για τα εξωτερικά ή εσωτερικά γεγονότα. Δηλαδή πραγματευόμαστε μια φυσική λειτουργία, όχι ένα εντοπισμένο όργανο.

------------------------------------------------------------------

Η επαναστάση της ελπίδας (Μέρος ΙΙ)

Πηγή: Έριχ Φρομ, Η επανάσταση της ελπίδας, Εκδ. Μπουκουμάνη

Wednesday, September 22, 2010

ΠΕΡΙ «ΑΝΩΤΕΡΩΝ» ΚΑΙ «ΚΑΤΩΤΕΡΩΝ» ΕΙΔΩΝ

ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ, ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ

Τα τελευταία χρόνια του 20ου αιώνα γίναμε μάρτυρες ενός επιστημονικού «πυρετού του χρυσού» κολοσσιαίων διαστάσεων: της απερίσκεπτης και μανιώδους εμμονής να μετατραπεί η γενετική μηχανική σε αντικείμενο εμπορίου. Αυτό το εγχείρημα προχώρησε τόσο γρήγορα – και με τόσο λίγες ανακοινώσεις στον έξω κόσμο – ώστε το μέγεθος και οι επιπτώσεις του είναι ελάχιστα κατανοητές. Η βιοτεχνολογία υπόσχεται τη μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας. Στα τέλη της τρέχουσας δεκαετίας θα έχει προσπεράσει την ατομική ενέργεια, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και την επίδρασή τους στην καθημερινή μας ζωή. Όπως είπε ένας παρατηρητής: «Η βιοτεχνολογία θα μεταμορφώσει όλους τους τομείς της ανθρώπινης ζωής: την ιατρική επιστήμη, την τροφή μας, την υγεία μας, την ψυχαγωγία μας, τα ίδια τα σώματά μας. Τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο. Κυριολεκτικά, θα αλλάξει το πρόσωπο του πλανήτη».

»Αλλά η βιοτεχνολογική επανάσταση διαφέρει σε τρία σημαντικά σημεία από τις παλιότερες αλλαγές που είχαν συντελεστεί στο χώρο της επιστήμης.

»Πρώτον είναι ευρέως διαδεδομένη. Η Αμερική μπήκε στην ατομική εποχή χάρη στις έρευνες ενός και μόνου ερευνητικού ινστιτούτου στο Λος Άλαμος. Μπήκε στην εποχή των ηλεκτρονικών υπολογιστών χάρη στις προσπάθειες μιας δωδεκάδας εταιριών. Σήμερα, μόνο στην Αμερική, η βιοτεχνολογική έρευνα εφαρμόζεται σε περισσότερα από δύο χιλιάδες εργαστήρια. Πεντακόσιοι οργανισμοί επενδύουν πέντε εκατομμύρια δολάρια το χρόνο σ’ αυτή την τεχνολογία.

»Δεύτερον, το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας αυτής γίνεται απερίσκεπτα ή επιπόλαια. Προσπάθειες για να δημιουργηθούν πιο ανοιχτόχρωμες πέστροφες ώστε να διακρίνονται καλύτερα μέσα στα ποτάμια, τετράγωνα δέντρα για ευκολότερη υλοτόμηση, και ενέσιμα, αρωματικά κύτταρα για να μυρίζει κανείς συνέχεια το αγαπημένο του άρωμα μπορεί να φαίνονται αστείες, αλλά δεν είναι. Πραγματικά, το γεγονός ότι η βιοτεχνολογία μπορεί να εφαρμοστεί σε βιομηχανίες που υπόκεινται κατά παράδοση στις εκκεντρικότητες της μόδας – όπως είναι τα καλλυντικά – αυξάνουν την ανησυχία για τον ασυνήθιστο τρόπο χρήσης αυτής της ισχυρής νέας τεχνολογίας.

»Τρίτον, η έρευνα είναι ανεξέλεγκτη, κανένας δεν την επιβλέπει, δεν υπάρχουν νόμοι να τη ρυθμίσουν. Δεν υπάρχει στην Αμερική, ή οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, συνεπής κυβερνητική πολιτική, και επειδή τα προϊόντα της βιοτεχνολογίας ποικίλλουν και περιλαμβάνουν από φάρμακα έως σπάρτα και τεχνητό χιόνι, η εφαρμογή μιας ευφυούς και αποτελεσματικής πολιτικής είναι εξαιρετικά δυσχερής.

»Αλλά πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ανάμεσα στους ίδιους τους επιστήμονες δεν υπάρχουν αδέκαστες συνειδήσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι σχεδόν κάθε επιστήμονας που ασχολείται με τη γενετική έρευνα είναι, ταυτόχρονα, ανακατεμένος στο εμπόριο της βιοτεχνολογίας. Δεν υπάρχουν αμερόληπτοι παρατηρητές, αδέσμευτοι ερευνητές. Όλοι έχουν να κερδίσουν κάτι.

»Η εμπορική εκμετάλλευση της μοριακής βιολογίας είναι το πιο συγκλονιστικό γεγονός στην ιστορία της επιστήμης και διαδραματίστηκε με εκπληκτική ταχύτητα. Επί τετρακόσια χρόνια, από την εποχή του Γαλιλαίου, η επιστήμη εξελισσόταν ως ελεύθερη και ανοιχτή έρευνα του τρόπου λειτουργίας της φύσης. Οι επιστήμονες επέμεναν να αγνοούν τα εθνικά σύνορα. Τηρούσαν απόσταση ασφαλείας από τους εφήμερους στόχους της πολιτικής, ακόμα και των πολέμων. Επαναστατούσαν εναντίον της μυστικότητας στην έρευνα. Βέβαιοι ότι εργάζονται για το καλό της ανθρωπότητας, αρνούνταν πεισματικά να κατοχυρώσουν τις ανακαλύψεις τους ή να τις θεωρήσουν ατομική τους ιδιοκτησία. Πράγματι, για πολλές γενιές, οι ανακαλύψεις των επιστημόνων χαρακτηρίζονταν από μια εκπλήσσουσα ανιδιοτέλεια.

»Όταν το 1953 δύο νεαροί Άγγλοι επιστήμονες, ο Τζέιμς Γουάτσον και ο Φράνσις Κρικ, αποκρυπτογράφησαν τη δομή του DNA (Δεσοξυριβοζονουκλεϊκό Οξύ), η εργασία τους χαιρετίστηκε ως θρίαμβος του ανθρωπίνου πνεύματος, μια αναζήτηση αιώνων΄ μια χιλιετής προσπάθεια επιστημονικής προσέγγισης του σύμπαντος έπαιρνε τέλος με τα ευρήματά τους. Κοινή ήταν η πεποίθηση και η ελπίδα ότι οι συνέπειες της ανακάλυψής τους θα έβρισκαν πρακτική εφαρμογή προς όφελος της ανθρωπότητας.

»Δυστυχώς, αυτό δε συνέβη. Τριάντα χρόνια αργότερα, σχεδόν όλοι οι συνάδελφοι του Γουάτσον και του Κρικ ακολούθησαν δρόμους διαφορετικούς. Η έρευνα της μοριακής γενετικής έγινε μια τεράστια εμπορική επιχείρηση πολλών εκατομμυρίων, της οποίας η γένεση εντοπίζεται όχι στο 1953 αλλά στον Απρίλιο του 1976. Την εποχή εκείνη έγινε μια συνάντηση που είναι πασίγνωστη σήμερα. Ο Ρόμπερτ Σβάνσον, ένας τολμηρός και ριψοκίνδυνος κεφαλαιούχος, πλησίασε τον Χέρμπερτ Μπόγιερ, ένα βιοχημικό του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας. Οι δύο άντρες συμφώνησαν να ιδρύσουν μια εμπορική εταιρεία για την αξιοποίηση των τεχνικών με τις οποίες ο βιοχημικός έκανε μάτισμα γονιδίων (αφαίρεση γραμμών και τμημάτων σελίδων από το γενετικό κώδικα με την εκτομή και συγκόλληση τμημάτων του αρχικού αγγελιαφόρου-RNA). Η εταιρία τους, η Τζίνεντεκ, έγινε γρήγορα η πιο μεγάλη και πιο επιτυχημένη από αυτές που έδωσαν ώθηση στη γενετική μηχανική.

»Ξαφνικά όλοι ήθελαν να γίνουν πλούσιοι».

Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε το 1990. Οχτώ χρόνια πριν από τη γέννηση της Ντόλι. Η Ντόλι, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το πιο διάσημο πρόβατο της Ιστορίας, γεννήθηκε οχτώ χρόνια αργότερα και αποτελεί αναμφίβολα το πιο λαμπρό δημιούργημα της γενετικής μηχανικής. Το κείμενο αυτό φέρει την υπογραφή του Αμερικανού συγγραφέα Μάικλ Κράιτον και αποτελεί την εισαγωγή του μυθιστορήματος Τζουράσικ Παρκ (Το πάρκο των δεινοσαύρων), στο οποίο βασίστηκε η ομότιτλη ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ, ένα από τα φιλμ με τις μεγαλύτερες εισπράξεις στην ιστορία του κινηματογράφου.

Χάρη στο κείμενο αυτό και στο μύθο που προαναγγέλλει, εκατομμύρια αναγνώστες σε ολόκληρο τον κόσμο έγιναν γνώστες των μεθόδων μιας από τις πιο συγκλονιστικές επιστημονικές εξελίξεις στην ιστορία του ανθρώπου και, ταυτόχρονα, μοιράστηκαν την αγωνία του συγγραφέα για τις τρομακτικές συνέπειες της αλόγιστης χρήσης της. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο κίνδυνος κατάχρησης της γενετικής μηχανικής επισημάνθηκε δέκα περίπου χρόνια πριν από το Τζουράσικ Παρκ στο βιβλίο «Τα παιδιά από τη Βραζιλία» του Άιρα Λέβιν. Εκεί, ο «άγγελος του θανάτου» του Άουσβιτς, ο αποτρόπαιος Μέγγελε, προσπαθεί να «κατασκευάσει» κλώνους (δηλαδή ανθρώπινα αντίγραφα) του Χίτλερ.

Ωστόσο, οι κριτικοί της λογοτεχνίας (εξ ορισμού και εκ προοιμίου «σοβαροί») επιμένουν να χαρακτηρίζουν το είδος το οποίο εκπροσωπεί ο Κράιτον «κατώτερο», να το κατατάσσουν στην κατηγορία της «παραλογοτεχνίας» και να του επικολλούν την ετικέτα «φανταστικό». Λησμονούν δύο γεγονότα θεμελιώδους σημασίας:

1) Ότι όλη η λογοτεχνία είναι, κατά μία έννοια, «φανταστική», στο βαθμό που αποτελεί μια επινόηση.

2) Ότι το συγκεκριμένο είδος έχει ιδιαίτερα «ευγενείς» προγόνους: Έλκει την καταγωγή του από ένα μυθιστόρημα-τομή του αιώνα: το περίφημο «Γενναίο Νέο Κόσμο» του Άλντους Χάξλεϊ και ακολουθεί τις επιταγές κομβικών μορφών της τέχνης του μυθιστορήματος, όπως ο Μπαλζάκ ή ο Ζολά, που επισήμαναν την ανάγκη να καταγράφει, να αντικατοπτρίζει, να αντανακλά και να αναλύει το είδος αυτό την πραγματικότητα και την κοινωνία στην οποία απευθύνεται.

Επιμένοντας στη ρεαλιστική απεικόνιση, την καταγγελία, την προειδοποίηση, ο Ζολά επιθυμούσε, μεταξύ άλλων, να προσδώσει στο μυθιστόρημα ένα ρόλο, μιαν αποστολή, μια συγκεκριμένη θέση στο κοινωνικό γίγνεσθαι, που θα το απομάκρυνε από τη φυγή. Οι μεγάλοι Ευρωπαίοι ρεαλιστές δεν ήθελαν να προσφέρουν στον αναγνώστη έναν καθρέφτη στον οποίο θα έβλεπε τη μορφή του. Δεν ήθελαν κυρίως να τον στρέψουν στην ενδοσκόπηση, την αυτάρεσκη ή μη ομφαλοσκόπηση. Ήθελαν να του παραδώσουν μια φωτογραφική απεικόνιση της πραγματικότητας. (Ας μη λησμονούμε το γεγονός ότι η ανακάλυψη της φωτογραφίας, όπως και η ανάπτυξη των φυσικών και κοινωνικών επιστημών, συμπίπτει χρονικά με την ανακάλυψη του ρεαλιστικού μυθιστορήματος. Οι μέθοδοι τόσο των πρώτων όσο και του δεύτερου είναι κοινές). Οι μεγάλοι ρεαλιστές φιλοδοξούσαν να εκπληρώσουν την κοινωνική τους αποστολή, να προσδώσουν στο μυθιστόρημα τη μορφή εργαλείου κοινωνικής αλλαγής, παρέχοντας στον αναγνώστη τα μέσα και τις πληροφορίες που θα του επέτρεπαν να λειτουργήσει ως ενεργός πολίτης. Για να παραφράσουμε τη γνωστή ρήση του Μίκη Θεοδωράκη, αν το κλασικό μυθιστόρημα μας κάνει να ξεχνάμε, το ρεαλιστικό μας αναγκάζει να θυμόμαστε, να προσβλέπουμε και, συνεπώς, να ενεργούμε.

Για να αποφύγουμε την πολυλογία, θα πρέπει να αποδώσουμε την αποστροφή των κριτικών της λογοτεχνίας για ορισμένους συγγραφείς και το έργο τους σ’ αυτό που ο Σ. Π. Σνόου χαρακτήρισε στο κλασικό έργο του «Οι δύο πολιτισμοί και η επιστημονική επανάσταση» ως χάσμα, αγεφύρωτο ρήγμα μεταξύ τεχνών και επιστήμης. Κατά τον Σνόου, οι δύο αυτές προσεγγίσεις του κόσμου εκπροσωπούν διαφορετικά τμήματα του εγκεφάλου και χρησιμοποιούν όχι μόνο διαφορετικές μεθόδους αλλά και διαφορετική «γλώσσα» και εργαλεία. Συγγραφείς σαν τον Μάικλ Κράιτον ή τον Φίλιπ Κερ διαθέτουν «εξοπλισμό» κυρίως επιστημονικό. Ο Κράιτον σπούδασε ιατρική στο Χάρβαρντ, διατέλεσε λέκτωρ Ανθρωπολογίας στο Κέιμπριτζ και επισκέπτης-καθηγητής στο Ινστιτούτο Σοκλ της Καλιφόρνιας. Ο Φίλιπ Κερ, που χαρακτηρίστηκε από τον αγγλόφωνο Τύπο διάδοχός του, σπούδασε νομικά και διαθέτει γνώσεις για την υφή, τη λειτουργία και το ρόλο της σύγχρονης τεχνολογίας, που αποδεικνύονται με την πρώτη ματιά στα έργα του.

Με δύο λόγια, οι συγγραφείς των τεχνολογικών θρίλερ, της επιστημονικής και πολιτικής φαντασίας, αποτολμούν ένα πείραμα το οποίο πανεπιστημιακές σχολές Συγκριτικής Λογοτεχνίας στην Ευρώπη και την Αμερική χαρακτηρίζουν καθοριστικό για το μέλλον: τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των δύο πολιτισμών, τη συνένωση τέχνης, επιστήμης και τεχνολογίας, όπως την είδαμε να ενσαρκώνεται παραδείγματος χάριν στην Αναγέννηση από έναν Λεονάρντο ντα Βίντσι. Οι συγγραφείς αυτού του είδους ξέρουν κάτι που οι αμύητοι από επιστημονική άποψη συνάδελφοί τους όχι μόνο αγνοούν, αλλά και φοβούνται (ως γνωστόν, ο φόβος οφείλεται σχεδόν πάντα σε άγνοια): την πραγματική φύση της τεχνολογίας. Οι κλασικοί βλέπουν την τεχνολογία σαν κάτι ξένο από τον άνθρωπο και συνεπώς, a priori, εχθρικό προς αυτόν. Ο Φίλιπ Κερ, που γεννήθηκε το 1956 και ως εκ τούτου ανήκει σε μια γενιά που τράφηκε με τις ιδέες του Μάρσαλ Μακ Λιούαν, καθηγητή της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, προφήτη της ηλεκτρονικής εποχής, θεωρητικού των μέσων μαζικής επικοινωνίας και στοχαστή που επηρέασε τη σκέψη και τη μυθολογία του 20ου αιώνα σχεδόν όσο ο Φρόιντ και ο Αϊνστάιν, ξέρει ότι η τεχνολογία αποτελεί προέκταση του ανθρώπου, επέκταση του σώματος και των αισθήσεών του τόσο στό χώρο όσο και στο χρόνο.

Στο «Γρκιντάιρον» του Φίλιπ Κερ, του οποίου η υπόθεση διαδραματίζεται στο Λος Άντζελες σε ένα μέλλον όχι και τόσο μακρινό, ο Ρέι Ριτσαρσον, ο πλέον γνωστός αρχιτέκτονας του κόσμου, σχεδιάζει και οικοδομεί στο κέντρο της πόλης ένα κτίσμα πρωτοφανές: το «σκεπτόμενο κτίριο» (θυμηθείτε τα «έξυπνα όπλα» του πρόσφατου πολέμου στη Γιουγκοσλαβία). Τελικά, όπως τα «έξυπνα όπλα», έτσι και το «σκεπτόμενο κτίριο» τα κάνουν, κυριολεκτικά, θάλασσα. Ο κεντρικός υπολογιστής που ρυθμίζει τα πάντα, από τη θέρμανση ως την ασφάλεια, αποφασίζει να αυτονομηθεί. Σφραγίζει τις πόρτες, παγιδεύοντας στο εσωτερικό του κτιρίου μια ομάδα επιστημόνων και δίνοντας έναυσμα στην καταιγιστική δράση.

Η ενασχόληση του συγγραφέα με την αρχιτεκτονική και η αγωνία του για το μέλλον των πόλεων σ’ έναν κόσμο όπου επιστήμονες και πολιτικοί προσπαθούν εναγωνίως να «ξεκλέψουν» χώρο από τα αυτοκίνητα για να τον αποδώσουν στους ανθρώπους, τον ωθούν να συνεχίσει την παράδοση που εγκαινίασε ο Ιούλιος Βερν: μια παράδοση που θέλει το συγγραφέα προφήτη της σύγχρονης εποχής, μάγο της φυλής, ικανό να συνδέσει το όραμα με την τεχνολογία.

Πιθανόν το «Γκριντάιρον» να μη διέθετε αυτή την ανατριχιαστική ακρίβεια και ευθυβολία αν δεν είχε προηγηθεί το επαναστατικό κείμενο του Μακ Λιούαν στο «Understanding Media», σχετικά με τις πόλεις, τα κτίρια και τη σχέση τους με τον άνθρωπο. «Αν τα ρούχα, η ενδυμασία, δεν είναι ουσιαστικά παρά δίαυλοι που συσσωρεύουν τη θερμότητα και την ενέργεια του ανθρώπινου σώματος ελέγχοντας, ταυτόχρονα, τη ροή τους, πράγμα που τα μετατρέπει σε προέκταση της επιδερμίδας μας, η αρχιτεκτονική εκπληρώνει έναν αντίστοιχο ρόλο σε οικογενειακό και κοινοτικό επίπεδο. Λειτουργώντας ως καταφύγια του ανθρώπου, τα κτίρια αποτελούν προέκταση του μηχανισμού ελέγχου της θερμότητας του σώματός μας – είναι, εν ολίγοις, κάτι σαν συλλογική επιδερμίδα ή ένδυμα. Οι πόλεις αποτελούν ευρύτερες προεκτάσεις του φυσικού σώματος και των οργάνων του, προορισμένες να καλύψουν ανάγκες ευρύτερες από τις στενά ατομικές. Είναι γνωστός ο τρόπος με τον οποίο οργάνωσε τον «Οδυσσέα» του ο Τζέιμς Τζόις: συνέδεσε, άμεσα και λειτουργικά, συστατικά στοιχεία της πόλης, όπως τα τείχη, οι δρόμοι, τα δημόσια κτίρια και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, με τα διάφορα όργανα του ανθρώπινου σώματος. Ο παραλληλισμός μεταξύ πόλης και ανθρώπινου σώματος επέτρεψε στο συγγραφέα να επιχειρήσει έναν ακόμα παραλληλισμό μεταξύ αρχαίας Ιθάκης και σύγχρονου Δουβλίνου, επιτυγχάνοντας μια βαθύτερη αίσθηση ανθρώπινης ενότητας και υπερβαίνοντας τον ιστορικό χρόνο».

Φίλιπ Κερ: «ΝΕΥΡΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ. Σε βασικό επίπεδο κυκλώματος έχει πολλά κοινά με τα βακτηρίδια ως προς τη ζωτικότητα και την ικανότητα της ανάπτυξης, της αναπαραγωγής, της προσαρμογής και της εξέλιξης. Βλέπε τη σχετική φιλολογία, ειδικά στην «Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα», Δισκ. Αρ. 22, από τον καθηγητή Καρλ Σάγκαν: «Δεν υπάρχει κανένας απολύτως κοινά αποδεκτός ορισμός ζωής. Κάθε βιολογικά ιδιαίτερο είδος έχει τη σαφή τάση να προσδιορίζει τη ζωή με τους δικούς του όρους. Ο άνθρωπος την προσδιορίζει με όρους οικειότητας. Οι βασικές αλήθειες μπορεί όμως να είναι κάθε άλλο παρά οικείες»». (Γκριντάιρον).

Στο βιβλίο «Στην κορφή του κόσμου», ο Φίλιπ Κερ πιάνει την άκρη του νήματος από πολύ παλιά: από την προϊστορία και, περνώντας μέσω Παλαιάς Διαθήκης, φτάνει στον Δαρβίνο, στη θεωρία, στις σχολές και τις πρακτικές μεθόδους της επιστήμης της ανθρωπολογίας – και δη της παλαιοανθρωπολογίας.

Στο συγκεκριμένο έργο ο Κερ συνδέει τον άνθρωπο με την τεχνολογία ακόμα στενότερα απ’ ό,τι ο Μακ Λιούαν. Η σχέση εδώ, όπως και στην επιστήμη της ανθρωπολογίας, είναι αυτό που θα λέγαμε «καταστατική»: η εξέλιξη του εγκεφάλου, που επέτρεψε τη μετάβαση από τους ανθρωπόμορφους πιθήκους στον Έμφρονα Άνθρωπο (Homo Sapiens), περνάει από την κατασκευαστική δυνατότητα, την κατασκευή των πρώτων εργαλείων και των πρώτων όπλων. Συνεπώς, η τεχνολογία προηγείται της γλώσσας και συνδέεται άμεσα τόσο με τα όργανα του σώματος – τα χέρια – όσο και με τη σκέψη. Η τεχνολογία καθορίζει την ύπαρξη και την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, τόσο από την αυγή της Ιστορίας όσο και σήμερα. Ίσως. Τότε, ακόμα πιο άμεσα, πιο καίρια, πιο καθοριστικά από Τώρα. Αυτά για τους αφελείς και απληροφόρητους «ανθρωπιστές», φύσει και θέσει, εχθρούς της τεχνολογίας, και τους οπαδούς μιας «Φύσης» την οποία επιμένουν να θεωρούν φιλική προς τον άνθρωπο, αν και καθορίζεται από κανόνες και νόμους που δεν αποκλείεται να μην είναι καθόλου οικείοι προς αυτόν, όπως τονίζουν κορυφαίοι επιστήμονες του κύρους ενός Καρλ Σάγκαν.

Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου «Στην κορφή του κόσμου» η καθηγήτρια της Παλαιοανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ Στέλα Σουίφτ επισημαίνει ένα τρομακτικό γεγονός.

Ο Τζορτζ Νάταλ, καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, ανακάλυψε ότι η χημεία και η δομή των πρωτεϊνών του αίματος μπορεί να αποκαλύψει το βαθμό συγγένειας των πρωτευόντων θηλαστικών. Θέτοντας σε εφαρμογή τη μέθοδο αυτή, ο Νάταλ απέδειξε ότι ο άνθρωπος και ο χιμπατζής διαθέτουν αντιγόνα πανομοιότυπα από κρακτικής απόψεως. Μοριακοί ανθρωπολόγοι, όπως ο Βινς Σάριτς και ο Άλαν Γουίλσον, προσέδωσαν μαθηματική ακρίβεια στο γεγονός αυτό. Απέδειξαν με έναν τρόπο που κυριολεκτικά προκαλεί σοκ ότι ενώ η διαφορά του DNA μεταξύ δύο διαφορετικών ειδών βατράχων μπορεί να ανέρχεται στο 8%, το DNA ανθρώπου και χιμπατζή διαφέρει μόνο κατά 1,6%. Ο αριθμός αυτός είναι μικρότερος από τη διαφορά του DNA δύο διαφορετικών ειδών γίβωνα, μεταξύ αλόγου και ζέμπρας, σκύλου και αλεπούς και, κυρίως, μεταξύ χιμπατζή και γορίλα. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος έχει περισσότερα κοινά στοιχεία με το χιμπατζή απ’ ό,τι ο χιμπατζής με το γορίλα. Και μόνο το στοιχείο αυτό αρκεί για να αποδείξει την ανατριχιαστική σημασία που έχουν βιβλία σαν κι αυτό.

Ένα ακόμα σημείο που αποδεικνύει την προφητική διάσταση του έργου του Φίλιπ Κερ είναι το γεγονός ότι κεντρική θέση στην πλοκή κατέχει η διαμάχη Ινδίας-Πακιστάν και η κατοχή πυρηνικών όπλων και από τα δύο μέρη. Γιατί όμως είναι προφητικό το γεγονός αυτό;

Απλούστατα, γιατί η πρώτη έκδοση έγινε το 1996, και σήμερα, μεσούντος του 1999, λίγους μήνες πριν από την εκπνοή του αιώνα και της χιλιετίας, η διαμάχη αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας και εγείρει θέματα καθοριστικά για το μέλλον της ανθρωπότητας, όπως η διασπορά των πυρηνικών όπλων, οι δοκιμές τους που γίνονται κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου και η πιθανή χρήση τους στη διαφαινόμενη κυρίαρχη σύγκρουση του 21ου αιώνα – τη σύγκρουση των πολιτισμών και των θρησκειών.

Για να τελειώνουμε, όπως θα έλεγαν οι Λατίνοι, De nobis fibula narratur, δηλ. «για μας μιλάει η ιστορία», για μας τους ανήσυχους, πανταχόθεν απειλούμενους ανθρώπους αυτού του απερχόμενου και πολυτάραχου 20ου αιώνα.

Πηγή: Μαρία και Ελένη Παξινού, Πρόλογος της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου «Στην κορφή του κόσμου» του Φίλιπ Κερ, εκδ. Ψυχογιός.

Monday, June 07, 2010

Φρούτα και λαχανικά στην εποχή τους

Ιανουάριος

Αβοκάντο, ακτινίδια, αχλάδια, γκρέιπφρουτ, κυδώνια, μανταρίνια, μήλα, μπανάνες, πορτοκάλια, ρόδια.

Καρότα, κάστανα, κουνουπίδια, κρεμμύδια (ξερά, φρέσκα), λάχανα, λεμόνια, μαϊντανός, μανιτάρια, μαρούλια, μπρόκολα, αντίδια, παντζάρια, πατάτες, πράσα, ραδίκια, ραπανάκια, σέλινο, σέσκουλα, δυόσμος, σπανάκι.

Φεβρουάριος

Αβοκάντο, αχλάδια, γκρέιπφρουτ, μανταρίνια, μπανάνες, πορτοκάλια.

Καρότα, κουνουπίδια, κρεμμύδια (ξερά, φρέσκα), λάχανα, λεμόνια, μαϊντανός, μαρούλια, μπρόκολα, αντίδια, παντζάρια, πατάτες, πράσα, ραδίκια, ραπανάκια, σέλινο, σέσκουλα, σπανάκι.

Μάρτιος

Αβοκάντο, γκρέιπφρουτ, μανταρίνια, μπανάνες, πορτοκάλια.

Αρακάς, αγκινάρες, καρότα, κουνουπίδια, κρεμμύδια (ξερά, φρέσκα), λάχανα, λεμόνια, μαϊντανός, μάραθο, μαρούλι, μπρόκολα, παντζάρια, πατάτες, πράσα, ραδίκια, ραπανάκια, σέλινο, σέσκουλα, σπανάκι.

Απρίλιος

Αβοκάντο, γκρέιπφρουτ, μανταρίνια, μπανάνες, πορτοκάλια.

Αρακάς, αγκινάρες, καρότα, κουνουπίδια, κρεμμύδια (ξερά, φρέσκα), λάχανα, λεμόνια, μαϊντανός, μάραθος, μαρούλι, μπρόκολα, παντζάρια, πατάτες, πράσα, ραδίκια, ραπανάκια, σέλινο, σέσκουλα, σπανάκι.

Μάιος

Αβοκάντο, γκρέιπφρουτ, μανταρίνια, μπανάνες, πορτοκάλια, κεράσια, φράουλες.

Αγγούρια, αρακάς, καρότα, κολοκύθια, κρεμμύδια (ξερά, φρέσκα), λάχανα, λεμόνια, μαϊντανός, μάραθος, μαρούλι, μπρόκολα, παντζάρια, πατάτες, πράσα, ραδίκια, ραπανάκια, σέλινο, σέσκουλα, σπανάκι, μανιτάρια, σπαράγγια.

Ιούνιος

Βερίκοκα, καρπούζια, κεράσια, μπανάνες, νεκταρίνια, πεπόνια, ροδάκινα, φράουλες.

Αγγούρια, αρακάς, καλαμπόκι, καρότα, κολοκύθια, κρεμμύδια (ξερά, φρέσκα), λάχανα, λεμόνια, μαϊντανός, μάραθος, παντζάρια, πατάτες, πράσα, ραπανάκια, σέλινο, σέσκουλα, σπανάκι, σπαράγγια, τομάτες.

Ιούλιος – Αύγουστος

Αχλάδια, κοντούλες, βανίλιες, βερίκοκα, δαμάσκηνα, καρπούζια, κεράσια, κορόμηλα, μπανάνες, νεκταρίνια, πεπόνια, ροδάκινα, σταφύλια, σύκα.

Αγγούρια, αρακάς, καλαμπόκι, καρότα, κολοκύθια, κρεμμύδια, λεμόνια, μελιτζάνες, μπάμιες, πατάτες, πιπεριές, ραπανάκια, σέλινο, σέσκουλα, σπανάκι, σπαράγγια, τομάτες, φασολάκια φρέσκα.

Σεπτέμβριος

Αχλάδια, κοντούλες, καρπούζια, μήλα, μπανάνες, πεπόνια, σταφύλια, σύκα.

Καλαμπόκι, καρότα, κολοκύθια, κουνουπίδια, κρεμμύδια ξερά, λάχανα, λεμόνια, μαρούλια, μελιτζάνες, μπρόκολα, πατάτες, πιπεριές, ραδίκια, ραπανάκια, σέλινο, σέσκουλα, σπαράγγια, τομάτες, φασολάκια φρέσκα.

Οκτώβριος

Αχλάδια, μανταρίνια, μήλα, μπανάνες, πορτοκάλια, σταφύλια.

Καλαμπόκι, καρότα, κολοκύθια, κουνουπίδια, κρεμμύδια ξερά, λάχανα, λεμόνια, λάχανα βρυξελών, μαρούλια, μελιτζάνες, μπρόκολα, πατάτες, παντζάρια, πιπεριές, ραδίκια, ραπανάκια, σέλινο, σέσκουλα, σπανάκι, σπαράγγια, τομάτες, φασολάκια φρέσκα.

Νοέμβριος

Ακτινίδια, αχλάδια, γκρέιπφρουτ, κυδώνια, μανταρίνα, μήλα, μπανάνες, πορτοκάλια, πεπόνια, ρόδια, σταφύλια.

Αγγούρια, αντίδια, καρότα, κάστανα, κολοκύθια, κουνουπίδια, κρεμμύδια (ξερά, φρέσκα), λάχανα, λεμόνια, λάχανα βρυξελών, μανιτάρια, μαρούλια, μελιτζάνες, μπρόκολα, πατάτες, παντζάρια, πιπεριές, ραδίκια, ραπανάκια, πράσα, σέλινο, σέσκουλα, σπανάκι, σπαράγγια, τομάτες.

Δεκέμβριος

Αχλάδια, γκρέιπφρουτ, κυδώνια, μανταρίνια, μήλα, μπανάνες, πορτοκάλια, ρόδια.

Αγγούρια, αντίδια, καλαμπόκι, καρότα, κάστανα, κουνουπίδια, κρεμμύδια (ξερά, φρέσκα), λάχανα, λάχανα βρυξελών, λεμόνια, μανιτάρια, μαρούλια, μπρόκολα, πατάτες, παντζάρια, πράσα, ραδίκια, ραπανάκια, σέλινο, σέσκουλα, σπανάκι.

Monday, March 08, 2010

Συνθήκες Ελευθερίας

Αρχές Δημοκρατικού Πολιτεύματος

Το δημοκρατικό πολίτευμα χαρακτηρίζεται από τη διαλεκτική σχέση πλειοψηφίας – μειοψηφίας στην άσκηση της εξουσίας. Το κριτήριο της διαφοροποίησης μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας είναι η δυνατότητα και το ποσοστό συμμετοχής στην άσκηση της εξουσίας, η πρόσβαση στη λήψη των αποφάσεων. Υπό την έννοια αυτή δεν υπάρχει μειοψηφία ή μειονότητα που να μην είναι πολιτική.
Σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα σχηματικά:

i. Η πλειοψηφία κυβερνά.
ii. Η μειοψηφία ελέγχει, ασκεί κριτική στην πλειοψηφία.
iii. Η πλειοψηφία προστατεύει τα δικαιώματα της μειοψηφίας, δηλαδή αποδέχεται τα δικαιώματα και διασφαλίζει την ύπαρξη και την έκφραση της μειοψηφίας.
iv. Η μειοψηφία αποδέχεται το πολιτικό σύστημα, δηλώνει πίστη και αφοσίωση σε αυτό και λειτουργεί στα πλαίσιά του.

Συνθήκες Ελευθερίας

Οι αξίες πρέπει να διεκδικούνται μέσα σε ένα περιβάλλον ασφάλειας, ισότητας και ελευθερίας (που συνδυαζόμενη με την ισότητα μας οδηγεί σε ένα καθεστώς ισοτιμίας).

Α. Ασφάλεια

Την ασφάλεια στην εσωτερική πολιτική σκηνή τη διασφαλίζει το κράτος. Άλλωστε, σύμφωνα με μία άποψη, η γένεση του κράτους στηρίζεται στην παροχή προστασίας προς τους πολίτες. Ωστόσο η ασφάλεια δεν είναι ικανή (αν και αναγκαία) συνθήκη για τη διεκδίκηση ή την απόλαυση των αξιών. Μερικές φορές μάλιστα, αν οι μηχανισμοί ασφαλείας είναι υπέρμετροι, υπάρχει κίνδυνος για την απόλαυση των ελευθεριών από τους πολίτες και εν τέλει για την ίδια τη δημοκρατία. Έχει παρατηρηθεί οτι όσο πιο αυταρχικό είναι το κράτος, τόσο πιο εκτεταμένοι είναι οι μηχανισμοί ασφαλείας.

Είναι επίσης κοινωνιολογικά αποδεδειγμένο ότι οι μηχανισμοί καταστολής δεν είναι εκείνοι που ουσιαστικά προσφέρουν την ασφάλεια. Αυτήν, το οργανωμένο σύνολο την επιτυγχάνει μέσω άλλων μηχανισμών, μεταξύ των οποίων σημαντικότερος είναι η κοινωνικοποίηση.

Β. Ισότητα

Η κρατούσα εντύπωση και σήμερα είναι ότι τα δημοκρατικά πολιτεύματα χαρακτηρίζονται από την ισότητα μεταξύ των πολιτών, υπό την έννοια των ίσων δικαιωμάτων. Πράγματι η ισότητα αποτέλεσε αντικείμενο διεκδίκησης των πολιτικών αγώνων ανά τους αιώνες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης “liberte, egalite, fraternite”. Παράλληλα τα περισσότερα Συντάγματα την εξαγγέλουν ως αρχή τους.

Είναι όμως πράγματι έτσι; Για παράδειγμα, όλοι μπορούμε να προσπαθήσουμε να αποκτήσουμε στα πλαίσια του νόμου το οποιοδήποτε αγαθό χωρίς να μας απαγορεύσει ή να μας ελέγξει κανείς. Το ζήτημα που προκύπτει είναι αν μπορούμε να το αποκτήσουμε, αν έχουμε δηλαδή την οικονομική δυνατότητα.

Αυτή η συνήθης de facto ανισότητα δημιουργεί την ανάγκη διαφορετικής αντιμετώπισης της έννοιας της ισότητας και την μετουσίωση ή υποκατάσταση των πολιτικών ισότητας με πολιτικές ισοτιμίας. Η ισοτιμία στην ακραία της και αφηρημένη μορφή μπορεί στην πράξη να σημαίνει και υιοθέτηση πολιτκών ανισότητας. Στόχος της όμως είναι να λειτουργήσει εξισωτικά, αφού είναι γνωστό ότι η ισότητα μεταξύ των πολιτών μόνο θεωρητικά υφίσταται. Η έννοια της ισοτιμίας στην πράξη εμφανίζεται μέσω των πολιτικών ευκαιρών, πολιτικών που παρεμβαίνουν διορθωτικά υπέρ συγκεκριμένων ομάδων, όπως τα άτομα με ειδικές ανάγκες, οι μειονότητες, οι γυναίκες, κλπ.

Γ. Ελευθερία

Η έννοια και η κατάσταση της ελευθερίας υπήρξε η σημαντικότερη κινητήρια δύναμη των πολιτικών και απελευθερωτικών αγώνων. Το περιεχόμενό της είναι σύγχρονο, πάντα επίκαιρο και πολλαπλό. Ως ελευθερία μπορούμε να εννοήσουμε ή να ορίσουμε:

i. την έλλειψη περιορισμών. Αυτή είναι η πρώτη διάσταση με την οποία εμφανίζεται στην πολιτική ιστορία η έννοια και έγινε, φυσικά, αντικείμενο αυστηρής κριτικής. Όπως σκωπτικά αναφερόταν, σε κανέναν δεν απαγορευόταν να κοιμηθεί κάτω από τις γέφυρες (του Παρισιού).

ii. την ύπαρξη ευκαιριών, το να σου δίδεται το δικαίωμα να κάνεις κάτι, δηλαδή να έχεις το δικαίωμα τροφής, στέγασης, εργασίας, παιδείας. Όπως και πάλι σκωπτικά αναφέρθηκε, το δικαίωμα όχι μόνο να κοιμηθεί κανείς κάτω από μία γέφυρα αλλά και σε ένα πολυτελές σπίτι ή ξενοδοχείο.

iii. τη δυνατότητα δράσης, άσκησης, ικανοποίησης αυτού του δικαιώματος ή δυνατότητας. Πράγματι, όλοι έχουν το δικαίωμα θεωρητικά να κοιμηθούν στο πλέον πολυτελές ξενοδοχείο, να σπουδάσουν στο καλύτερο πανεπιστήμιο ή να τύχουν της περίθαλψης των καλύτερων γιατρών. Έχουν όμως τα οικονομικά μέσα να το πραγματοποιήσουν;

iv. τη δυνατότητα επιλογών, δηλαδή τη δυνατότητα ικανοποίησης του δικαιώματος μέσα από μία όσο το δυνατόν ευρύτερη κλίμακα επιλογών.

v. τη δυνατότητα απόλαυσης ή τη χαρά της απόλαυσης αυτών των δικαιωμάτων ή αυτών των επιλογών, κάτι που απορρέει από την όλη φιλοσοφία του πολιτικού συστήματος.

Πηγή: Ηλίας Ι. Κουσκουβέλης, Εισαγωγή στην Πολιτική Επιστήμη και τη Θεωρία της Πολιτικής, Εκδ. Παπαζήση.

Saturday, March 06, 2010

Λουκρήτιος, Περί της φύσεως των πραγμάτων

Λέω πρώτον πως ο νους –που συχνά τον λέμε «λογικό»- όπου έχει την έδρα της η φρόνηση και η διακυβέρνηση της ζωής, είναι μέρος του ανθρώπινου σώματος, όχι λιγότερο απ’ ό,τι το χέρι και το πόδι καθώς και τα μάτια, που είναι μέρη ολάκερου του έμβιου όντος.

Ο νους και η ψυχή, λοιπόν, κρατιούνται σφιχτοδεμένα μεταξύ τους κι αποτελούν μια ενιαία φύση΄ όμως αυτό που ονομάζουμε «νου» και «λογικό» κυριαρχεί σ’ ολόκληρο το σώμα κι η έδρα του βρίσκεται στη μέση του στήθους. Από εδώ ξεπηδά ο φόβος κι ο τρόμος΄ κι η χαρά αυτό το μέρος χαϊδεύει. Εδώ λοιπόν βρίσκεται το πνεύμα και η σκέψη. Η υπόλοιπη ψυχή είναι μοιρασμένη σ’ ολόκληρο το κορμί και κινείται όπως της υπαγορεύει ο νους. Κι από μόνος του ο νους σκέφτεται για τον εαυτό του και χαίρεται για τον εαυτό του, όταν τίποτα δεν ταράσσει το σώμα ή την ψυχή. Και ακριβώς όπως δεν βασανίζεται ολόκληρο το κορμί μας όταν κεντρίζει ο πόνος το μάτι ή το κεφάλι μας, έτσι και ο νους μπορεί να υποφέρει ή να λάμπει από χαρά τη στιγμή που την υπόλοιπη ψυχή δεν την ταράσσει τίποτα το καινούριο. Όταν όμως ο νους ταράσσεται από δυνατό φόβο, βλέπουμε να τον συμμερίζεται ολόκληρη η ψυχή στα μέλη του σώματος, ν’ απλώνεται ιδρώτας και χλωμάδα παντού κι η γλώσσα να τραυλίζει, η φωνή να σβήνει, τα μάτια να θαμπώνουν, τ’ αυτιά να βουίζουν, τα μέλη να παραλύουν, και βλέπουμε ανθρώπους να καταρρέουν από τον τρόμο του νου. Από αυτό εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι η ψυχή είναι δεμένη με το νου΄ κι όταν δεχτεί από το νου ένα χτύπημα δυνατό, σπρώχνει κι αυτή με τη σειρά της και χτυπά το σώμα.

Ο ίδιος συλλογισμός μας δείχνει πως η φύση του νου και της ψυχής είναι σωματική. Τη βλέπουμε να δίνει ώθηση στα μέλη, να βγάζει το σώμα από τον ύπνο και ν’ αλλάζει την όψη μας, και να διευθύνει και να στρέφει ολόκληρο τον άνθρωπο – και το βλέπουμε πως τίποτα απ’ αυτά δεν μπορεί να γίνει χωρίς επαφή΄ και χωρίς υλικό σώμα δεν υπάρχει επαφή. Δεν πρέπει να τ’ ομολογήσουμε, λοιπόν, πως η σύσταση του νου και της ψυχής είναι σωματική;

Εξάλλου, το νιώθουμε πως ο νους γεννιέται, αναπτύσσεται και γερνάει μαζί με το σώμα. Όπως τα νήπια παραπατάνε με το αδύναμο και τρυφερό τους σώμα, έτσι κι η σκέψη τους είναι ασθενική΄ μετά, σαν δυναμώσει το κορμί τους ωριμάζοντας, μεγαλώνει κι η δύναμη του νου. Κι αργότερα, που το σώμα χτυπιέται από τη δύναμη του χρόνου και χαλαρώνουν οι δυνάμεις και παραλύουν τα μέλη, παραπατάει και το λογικό, παραληρεί η γλώσσα, παραπαίει το πνεύμα, όλα είναι λειψά και χάνονται στη στιγμή. Συνεπώς διαλύεται η φύση της ψυχής σαν καπνός στα ψηλά ρεύματα του ανέμου΄ αφού τη βλέπουμε να γεννιέται δεμένη με το σώμα, να μεγαλώνει μαζί του και, όπως έδειξα, να εξαντλείται μαζί του τσακισμένη από τα χρόνια.

Χώρια που, αν η φύση της ψυχής είναι αθάνατη και μπορεί να αισθάνεται απ’ τη στιγμή που θα χωριστεί από το σώμα μας, θα πρέπει τότε να την φανταστούμε προικισμένη με πέντε αισθήσεις. Με κανέναν άλλο τρόπο δεν μπορούμε να φανταστούμε ψυχές να περιφέρονται κάτω στον Αχέροντα. Γι’ αυτό και οι ζωγράφοι κι οι παλιοί συγγραφείς μάς τις παρουσίασαν έτσι τις ψυχές, εξοπλισμένες με αισθήσεις. Όμως ψυχή χωρισμένη από το σώμα, ούτε μάτια μπορεί να έχει ούτε μύτη ούτε και χέρι, μήτε γλώσσα μήτε αυτιά. Δεν μπορούν λοιπόν από μόνες τους οι ψυχές να έχουν αίσθηση ούτε να υπάρχουν.

* Λουκρήτιος, Περί της φύσεως των πραγμάτων III 94-97, 136-167,445-458,624-633 -Επίκουρος, Κείμενα ~ Πηγές της Επικούρειας Φιλοσοφίας και Τέχνης του Ζην, Επιμέλεια:Γ. Αβραμίδης, Θύραθεν Εκδόσεις.